Πέθανε ο Λουίς Γκέρστνερ, ο μάνατζερ που ανέλαβε την IBM όταν ήταν «ετοιμοθάνατη» και τη μετέτρεψε σε ηγέτιδα δύναμη της τεχνολογικής βιομηχανίας. Η 9χρονη θητεία του στο τιμόνι της εταιρείας, που είναι γνωστή ως «Big Blue», διδάσκεται ως case study σε σχολές διοίκησης επιχειρήσεων. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της IBM, Αρβιντ Κρίσνα, ανακοίνωσε τον θάνατο του Γκέρστνερ με e-mail που έστειλε την Κυριακή στους υπαλλήλους της εταιρείας. Ηταν 83 ετών.
Ο Λουίς Γκέρστνερ ανέλαβε τα ηνία της IBM την πρωταπριλιά του 1993. Ηταν ο πρώτος «outsider» που διηύθυνε την εταιρεία και μάλιστα σε μια περίοδο που η IBM είχε αφήσει πίσω της την εποχή όπου ήταν αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα στους υπολογιστές και δεν είχε παρά δύο επιλογές: την πτώχευση ή τη διάσπασή της σε κομμάτια.
Υπό την ηγεσία του η IBM έκανε στροφή, από την παραγωγή hardware στην παροχή υπηρεσιών προς επιχειρήσεις. Εγκατέλειψε επίσης ένα σχέδιο για τη διάσπασή της σε δώδεκα ή περισσότερες ημιαυτόνομες μονάδες –τις αποκαλούμενες «Baby Blues»– στην προσπάθεια μεγιστοποίησης των κερδών.
Ο Γκέρστνερ μείωσε το κόστος και πούλησε μη παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ακίνητα της IBM και τη συλλογή έργων τέχνης της εταιρείας. Επίσης, απέλυσε 35.000 από τους 300.000 υπαλλήλους της, ουσιαστικά σπάζοντας την κουλτούρα της μονιμότητας που είχε διαμορφωθεί, με βάση τις αρχές που είχε καθιερώσει ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της IBM Τόμας Γουάτσον ο πρεσβύτερος στις αρχές του 20ού αιώνα.
Υπό την ηγεσία του η εταιρεία έκανε στροφή, από την παραγωγή hardware στην παροχή υπηρεσιών προς επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, τόνισε την ανάγκη ομαδικής εργασίας σε ολόκληρη την εταιρεία συνδέοντας τα μπόνους με τις επιδόσεις της επιχείρησης και όχι με τα ατομικά αποτελέσματα. Για την επίτευξη των στόχων απόδοσης των εργαζομένων ο Γκέρστνερ στηριζόταν σε τακτικούς ελέγχους, αντί να περιμένει την ετήσια αξιολόγηση. «Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που ελέγχεις, όχι αυτό που περιμένεις», έλεγε.
Η βασική αλλαγή που έκανε ο Γκέρστνερ ήταν ότι ανέτρεψε τη συνήθεια της IBM να πουλάει προϊόντα σε «πακέτα», που λειτουργούσαν μόνο με άλλα προϊόντα της εταιρείας, από υπολογιστές μέχρι λειτουργικά συστήματα και λογισμικό. Ο μάνατζερ εγκατέλειψε προϊόντα που θεωρούσε ότι δεν απέδιδαν, όπως το OS/2, ένα λειτουργικό σύστημα που είχε σκοπό να ανταγωνιστεί τα Windows της Microsoft, αλλά δεν είχε αποδειχθεί δημοφιλές ανάμεσα στους πελάτες. Η IBM εστίασε στο λεγόμενο middleware, το λογισμικό για βάσεις δεδομένων, τη διαχείριση συστημάτων και τη διαχείριση συναλλαγών. Ετσι, η εταιρεία ανέλαβε την ολοκλήρωση δικτύων και συστημάτων επιχειρήσεων και το έκανε με χαρά, είτε το hardware που είχε χρησιμοποιηθεί έγραφε το δικό της όνομα είτε όχι.
Ο Γκέρστνερ πόνταρε από νωρίς στο Διαδίκτυο και στο ηλεκτρονικό εμπόριο, καθώς διέγνωσε εύστοχα ότι αυτό θα έδινε λιγότερη έμφαση στους προσωπικούς υπολογιστές και περισσότερη σε servers, routers και άλλο πιο εξελιγμένο εξοπλισμό. Η στροφή της IBM από το hardware στις υπηρεσίες είχε αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων από υπηρεσίες από 7,4 δισ. δολάρια το 1992 σε 30 δισ. δολ. το 2001.
Η τιμή μετοχής της IBM ενισχύθηκε από τα 13 στα 80 δολάρια στα εννέα χρόνια που ήταν διευθύνων σύμβουλος ο Γκέρστνερ (προσαρμοσμένη στα splits) και η κεφαλαιοποίηση της εταιρείας αυξήθηκε από τα 29 δισ. δολ. στα 168 δισ. δολ. αυτή την περίοδο.

