Στο μικροσκόπιο του εισαγγελέα μεγάλοι ιταλικοί οίκοι μόδας

Στο μικροσκόπιο του εισαγγελέα μεγάλοι ιταλικοί οίκοι μόδας

Ερευνες για εργασιακό μεσαίωνα πίσω από τις βιτρίνες υψηλής ραπτικής

3' 35" χρόνος ανάγνωσης

Συνώνυμη της απαράμιλλης χειροτεχνίας και της υψηλής αισθητικής, η ετικέτα «Made in Italy» υπήρξε για δεκαετίες η «χρυσή σφραγίδα» στην παγκόσμια βιομηχανία της μόδας. Αυτή η φήμη, ωστόσο, κινδυνεύει να αμαυρωθεί από μια πρωτοφανή κρίση αξιοπιστίας. Μια σειρά από δικαστικές έρευνες και επιδρομές στις αλυσίδες εφοδιασμού φέρνουν στο φως ένα κοινό μυστικό ετών: την εκμετάλλευση εργαζομένων πίσω από τις βιτρίνες της υψηλής ραπτικής.

Ενώ η «γρήγορη μόδα» είναι εκείνη που κατηγορείται συχνότερα για ανήθικες εργασιακές πρακτικές, οι καταναλωτές ειδών πολυτελείας θεωρούσαν δεδομένο ότι οι υψηλές τιμές εγγυώνται δίκαιες αμοιβές, άριστες εργασιακές συνθήκες και εξειδικευμένους τεχνίτες. Οι έρευνες από τον εισαγγελέα του Μιλάνου, Πάολο Στοράρι, ωστόσο, αποδομούν αυτόν τον μύθο. Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί κολοσσοί, όπως οι Loro Piana, Dior, Armani και Tod’s, ενώ η λίστα των υπόπτων για ανάθεση υπεργολαβιών σε κατασκευαστές που εκμεταλλεύονται μετανάστες περιλαμβάνει ονόματα πρώτης γραμμής, όπως οι οίκοι Gucci, Versace και Yves Saint Laurent. Οι εισαγγελείς δεν κάνουν λόγο για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για ένα σύστημα καλά εδραιωμένο. Η Loro Piana για παράδειγμα –που ανήκει στον όμιλο LVMH– είναι μια διάσημη μάρκα πολυτελών ειδών, γνωστή παγκοσμίως για τα εξαιρετικής ποιότητας υφάσματα και τα έτοιμα ενδύματα/αξεσουάρ, με ιστορία που ξεκινάει από το 1924. Σε έναν από τους προμηθευτές της οι εργαζόμενοι, όπως έδειξαν οι σχετικές έρευνες, πληρώνονταν λίγα ευρώ την ημέρα, δουλεύοντας έως και 90 ώρες την εβδομάδα σε ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας.

Εταιρείες όπως η Dior και η Armani κάνουν λόγο για «σπάνιες δυσλειτουργίες», υποστηρίζοντας ότι οι προμηθευτές τους εξαπάτησαν.

Η αλυσίδα της εκμετάλλευσης λειτουργεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, όπως αναφέρει σχετικό δημοσίευμα των Financial Times: Οι μεγάλες μάρκες επιβάλλουν χαμηλές τιμές στους άμεσους προμηθευτές, οι οποίοι για να καλύψουν το κόστος και τη ζήτηση αναθέτουν κρυφά την παραγωγή σε τρίτους, συχνά κινεζικής ιδιοκτησίας εργαστήρια στην Ιταλία. Στο τέλος της αλυσίδας, μετανάστες δουλεύουν με εξαντλητικά ωράρια, χωρίς συμβάσεις και ασφάλιση, ενώ υπολογίζονται σε περίπου 30.000 σε σύνολο 600.000 εργαζομένων στον κλάδο των ειδών πολυτελείας. Σημειωτέον ότι στην Ιταλία, όπου δεν υπάρχει εθνικός κατώτατος μισθός, οι εργαζόμενοι διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, οι εργολάβοι υποχρεούνται να λάβουν γραπτή άδεια από τις εταιρείες για την ανάθεση υπεργολαβιών, αλλά οι μάρκες που εμπλέκονται στις έρευνες λένε ότι δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους και ότι οι παραβάτες προμηθευτές το έκαναν πίσω από την πλάτη τους.

Η ιταλική κυβέρνηση και οι φορείς της μόδας σπεύδουν να θωρακίσουν το brand «Made in Italy» με νέα πακέτα μέτρων για τον έλεγχο της αλυσίδας παραγωγής, αλλά και με μια κεντρική βάση δεδομένων για τα έγγραφα πιστοποίησης από τους προμηθευτές. «Η φήμη των εμπορικών σημάτων μας δέχεται επίθεση», δήλωσε πρόσφατα ο Αντόλφο Ούρσο, υπουργός Επιχειρήσεων και υπεύθυνος για την προώθηση του brand «Made in Italy». Οι επικριτές τονίζουν ότι τα μέτρα είναι απλώς ένας τρόπος για να δείχνουν οι εταιρείες ότι δρουν, χωρίς να αλλάζουν το ριζικό επιχειρηματικό μοντέλο τους, που βασίζεται στη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Εταιρείες όπως η Dior και η Armani κάνουν λόγο για «σπάνιες δυσλειτουργίες», υποστηρίζοντας ότι οι προμηθευτές τούς εξαπάτησαν, ενώ ο CEO της Tod’s, Ντιέγκο ντέλα Βάλε, έφτασε στο σημείο να επιτεθεί προσωπικά στον εισαγγελέα Στοράρι, κατηγορώντας τον ότι αμαυρώνει τη φήμη της χώρας και αντιμετωπίζει τους επιχειρηματίες ως εγκληματίες. Ορισμένοι, όπως ο Mπρουνέλο Κουτσινέλι, ο δημιουργός του ομώνυμου brand, επιλέγουν ένα διαφορετικό μοντέλο, πληρώνοντας πάνω από τον μέσο όρο και αποδεχόμενοι χαμηλότερα περιθώρια κέρδους για να διασφαλίσουν την ηθική της παραγωγής τους.

«Αυτό που συμβαίνει στην ιταλική αλυσίδα εφοδιασμού δεν είναι καινούργιο. Το διαφορετικό πλέον είναι η παρουσία ενός αποφασισμένου εισαγγελέα που εργάζεται συστηματικά για να διερευνήσει τι έχει συμβεί, μια βιομηχανία πολυτελείας που αντιστέκεται δυναμικά και μια πραγματική κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των δύο», εξηγεί ο Μάικλ Πόσνερ, καθηγητής ηθικής και χρηματοοικονομικών στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Stern στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Τα φώτα της δημοσιότητας έχουν στραφεί τώρα στον Πάολο Στοράρι, τον μαχητικό εισαγγελέα που κυνηγά τα κορυφαία στελέχη μιας εθνικά αγαπημένης βιομηχανίας. Εχει πρωτοστατήσει σε σημαντικές έρευνες, ιδίως για τη διείσδυση της Μαφίας σε ομάδες χούλιγκαν ποδοσφαίρου, ενώ δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για υποθέσεις εκμετάλλευσης εργασίας, έχοντας επικρίνει το εργασιακό μοντέλο στις πλατφόρμες διανομής τροφίμων, αλλά και κολοσσούς, όπως η Amazon, για φερόμενη φοροδιαφυγή. Ο ίδιος δηλώνει ανυποχώρητος και αφήνει να εννοηθεί ότι δεν έχει καμία πρόθεση να υποχωρήσει. «Κάποιοι μπορεί να πουν ότι το παρακάναμε ή ότι εμείς θέτουμε τους κανόνες… όπως και να ‘χει, τα στοιχεία είναι στοιχεία», λέει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT