Επί δεκαετίες, η κινεζική στρατιωτική μηχανή βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε αντίγραφα σοβιετικών σχεδίων και εισαγωγές από τη Ρωσία. Σήμερα, η εικόνα αυτή ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η Κίνα κατάφερε να οικοδομήσει μια εγχώρια αμυντική βιομηχανία που όχι μόνο εξασφαλίζει αυτονομία, αλλά προκαλεί πλέον ευθέως την κυριαρχία της Δύσης, αλλάζοντας τις ισορροπίες στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα.
Το 2016, το Πεκίνο εγκαινίασε έναν νέο αεροδιαστημικό όμιλο με την επωνυμία Aero Engine Corp of China (ΑECC), στον οποίο διοχέτευσε δισεκατομμύρια δολάρια για να ανταγωνιστεί εταιρείες όπως η General Electric και η Pratt & Whitney. Στόχος του, να αναπτύξει κινητήρες αεροσκαφών κορυφαίας ποιότητας, μια τεχνολογία που η Κίνα δυσκολευόταν παραδοσιακά να κατακτήσει. Λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα, τα νεότερα stealth μαχητικά αεροσκάφη του Πεκίνου τίθενται σε υπηρεσία με εγχώρια κατασκευασμένους κινητήρες, ενώ οι κινεζικοί υπερηχητικοί πύραυλοι που μπορούν να ταξιδέψουν τουλάχιστον πέντε φορές την ταχύτητα του ήχου και να αποφύγουν τις περισσότερες αντιαεροπορικές άμυνες, ξεπερνούν τις δυνατότητες της Δύσης.
Επενδύοντας τεράστια κεφάλαια στην έρευνα και την ανάπτυξη και αξιοποιώντας τη στενή συνεργασία μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής τεχνολογίας, η Κίνα έπαψε απλά να «συναρμολογεί». Πλέον, παράγει οπλικά συστήματα αιχμής που ενσωματώνουν τεχνητή νοημοσύνη, κβαντική πληροφορική και προηγμένα υλικά. Σε τομείς μάλιστα όπως οι υπερηχητικοί πύραυλοι, τα drones και η ναυπηγική ισχύς,η Κίνα δεν ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις. Η ικανότητα των κινεζικών ναυπηγείων να καθελκύουν πλοία με ρυθμούς που ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες των ΗΠΑ αποτελεί ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα αυτής της βιομηχανικής υπεροχής. Από το 2015 έως το 2024, το Ναυτικό της Κίνας καθέλκυσε 152 πλοία, ενώ οι ΗΠΑ καθέλκυσαν 70, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ανεξάρτητου αναλυτή άμυνας Τομ Σούγκαρτ. Ο κινεζικός στόλος είναι πλέον ο μεγαλύτερος στον κόσμο σε αριθμό σκαφών, αν και το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ ισχυρίζεται ότι τα πλοία του είναι ασύγκριτα καλύτερα.
Η Κίνα, ο τέταρτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Ρωσία, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων μεταφορών όπλων του Sipri, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς όπλων παγκοσμίως, προσφέροντας εναλλακτική λύση απέναντι στα ακριβά αμερικανικά ή ευρωπαϊκά συστήματα.
Κινεζικά οπλικά συστήματα πωλούνται πλέον σε χώρες της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Κίνας είναι διπλό: οι ανταγωνιστικές τιμές της αλλά και η προθυμία της να μοιραστεί τεχνολογία χωρίς τις αυστηρές δεσμεύσεις που θέτει η Ουάσιγκτον. Ενώ η Ρωσία αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας των κυρώσεων και της φθοράς λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, και οι ΗΠΑ παλεύουν με το υψηλό κόστος παραγωγής και τις γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, η Κίνα κινείται με ταχύτητα και κλίμακα. Σε ορισμένες στρατιωτικές τεχνολογίες, όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι κατά πλοίων και τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η Κίνα έχει ήδη φτάσει ή και έχει ξεπεράσει τα αντίστοιχα δυτικά πρότυπα. Η πρόοδος αυτή δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική, καθιστώντας τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό μια δύναμη ικανή να αμφισβητήσει την πρόσβαση των ΗΠΑ σε στρατηγικές περιοχές, όπως η Θάλασσα της Νότιας Κίνας.
Η ικανότητα παραγωγής προηγμένων όπλων συνάδει με το όραμα του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ να κάνει τη χώρα του λιγότερο εξαρτημένη από τον έξω κόσμο για τα πάντα, από τα τρόφιμα και την ενέργεια έως τους ημιαγωγούς και πλέον τα οπλικά συστήματα.
Οι αναλυτές λένε ότι η Κίνα έχει ακόμη δρόμο να διανύσει πριν μπορέσει να εξοπλίσει ολόκληρο τον στρατό της με εγχώρια ανεπτυγμένο υλικό. Τα αεροσκάφη ρωσικής σχεδίασης εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του κινεζικού αποθέματος, συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών βομβαρδιστικών. Κινητήρες ξένης σχεδίασης εξακολουθούν να τροφοδοτούν πολλά πολεμικά αεροσκάφη και ελικόπτερα. Αλλά ο απώτερος στόχος του Σι είναι η Κίνα «να αμφισβητήσει συνολικά τις ΗΠΑ για παγκόσμια στρατιωτική ηγεσία».

