Η Κίνα καλπάζει σε τεχνητή νοημοσύνη και ρομποτική

Η Κίνα καλπάζει σε τεχνητή νοημοσύνη και ρομποτική

Συνεχείς οι δημόσιες εγγραφές νέων τεχνολογικών εταιρειών μετά την DeepSeek

3' 24" χρόνος ανάγνωσης

Εχοντας προ πολλού αμφισβητήσει την υπεροχή των δυτικών οικονομιών και προπαντός των ΗΠΑ και έχοντας κατακτήσει τις δυτικές αγορές, τη χρονιά που τελειώνει η Κίνα έκανε μια μεγάλη μετάβαση σε άλλο επίπεδο. Παρουσιάζοντας το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης της κινεζικής DeepSeek, αιφνιδίασε τον δυτικό κόσμο, κατέκτησε τον θαυμασμό των Δυτικών και ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή της, με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των τεχνολογικών εταιρειών της που δουλεύουν πυρετωδώς στοχεύοντας σε νέα επιτεύγματα. Οπως χαρακτηριστικά τονίζουν οι New York Times, τα δυτικά ΜΜΕ τονώνουν περαιτέρω την αυτοπεποίθηση της Κίνας, καθώς δημοσιεύουν συχνά εικόνες και βίντεο από τα μνημειακών διαστάσεων έργα υποδομής, από τις υψηλής ταχύτητας σιδηροδρομικές συνδέσεις της και από τους ουρανοξύστες των μητροπόλεών της.

O δείκτης Hang Seng του Χονγκ Κονγκ έχει σημειώσει συνολική άνοδο 25% από την αρχή του έτους, ενώ το ίδιο διάστημα ο S&P 500 μόνο 16%.

Η Κίνα έδωσε διαστημική ώθηση στον δικό της κλάδο τεχνητής νοημοσύνης και γενικότερα στις κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας και ρομποτικής. Τελευταία, άλλωστε, ο Ντόναλντ Τραμπ αντέστρεψε τη σκληρή πολιτική της απαγόρευσης στις εξαγωγές αμερικανικής τεχνολογίας προς την Κίνα και επέτρεψε στον κολοσσό Nvidia την εξαγωγή μικροεπεξεργαστών της, υπό τον όρο ότι θα μοιράζεται μέρος των κερδών με την Ουάσιγκτον. Μια κίνηση που ερμηνεύτηκε από πολλούς ως έμμεση ομολογία ήττας. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται, άλλωστε, στο στάδιο των δοκιμών νέο επίτευγμά της που όπως τονίζει το Reuters ήταν αυτό ακριβώς που προσπαθούσε να αποτρέψει η Ουάσιγκτον: έργο μιας ομάδας άλλοτε μηχανικών του ολλανδικού γίγαντα μικροεπεξεργαστών ASML, το μοντέλο μιας μηχανής ικανής να παράγει προηγμένους μικροεπεξεργαστές για χρήση στις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, στα έξυπνα κινητά αλλά και στα οπλικά συστήματα που υπήρξαν παραδοσιακά μονοπώλιο του δυτικού κόσμου.

Παράλληλα με όλα αυτά ακολούθησε η άνοδος των χρηματιστηρίων της, με τον δείκτη Hang Seng του Χονγκ Κονγκ να έχει σημειώσει συνολική άνοδο 25% από την αρχή του έτους, ενώ το ίδιο διάστημα ο S&P 500 μόνο 16%. Συνεχίζονται, άλλωστε, οι ατελείωτες δημόσιες εγγραφές νέων εταιρειών που κρατούν διαρκώς απασχολημένους τους τραπεζικούς υπαλλήλους. Ηχηρότατες οι τελευταίες δύο περιπτώσεις αρχικής δημόσιας εγγραφής των δύο εταιρειών προηγμένων μικροεπεξεργαστών MetaX και Moore Threads στο χρηματιστήριο της Σαγκάης, που προκάλεσαν σοκ, αφού την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσής τους σημείωσαν άνοδο 700% και 400% αντιστοίχως. Και τα κρατικά ΜΜΕ της Κίνας αναπαράγουν επίμονα τα επιτεύγματα της χώρας, αλλά και δημοσιεύματα του δυτικού Τύπου τα οποία επικαλούνται ως απόδειξη ότι ο κόσμος αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα ως υπόδειγμα σύγχρονης ανάπτυξης. Πολλά από αυτά τα μεγάλα άλματά της συνέβησαν αμέσως μετά την πολύ δύσκολη διετία 2023-2024, την περίοδο αμέσως μετά την πανδημία, όταν η Κίνα δεν μπορούσε να αποτρέψει μια δική της κρίση εμπιστοσύνης, απόρροια αλλεπάλληλων κρίσεων. Η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, η αύξηση της ανεργίας και προπαντός της ανεργίας των νέων και η συνεπακόλουθη απότομη πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης ήταν μερικές μόνον από αυτές. Και δεδομένου ότι η κρίση στην αγορά ακινήτων έχει προκαλέσει μεγάλη μείωση στις τιμές τους, αυτή η πτώση της εμπιστοσύνης εξακολουθεί να βαραίνει το κλίμα στην κινεζική οικονομία. Είχε, άλλωστε, προηγηθεί η σκοτεινή περίοδος της πανδημίας του κορωνοϊού, που είχε βυθίσει την εικόνα της Κίνας στη συνείδηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Αφενός μεν επειδή η Κίνα είχε ενοχοποιηθεί για την ασθένεια και την εξάπλωσή της και αφετέρου επειδή τα δυτικά ΜΜΕ μετέδωσαν επανειλημμένως εικόνες από την άκρως αυταρχική διαχείριση της πανδημίας και των ίδιων των lockdowns.

Πολιτικοί αναλυτές προειδοποιούν, πάντως, ότι αυτή τη στιγμή καταγράφεται ένας επισφαλής συνδυασμός στην ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη: αφενός μεν η Κίνα έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση και αφετέρου ο Αμερικανός πρόεδρος έχει τη διάθεση να υποτιμήσει την κλίμακα της γεωπολιτικής αντιπαλότητας και να αντιμετωπίσει την ανταγωνίστρια των ΗΠΑ με μια επιχειρηματική διάθεση, όπως έκανε όταν επέτρεψε στη Nvidia να εξάγει. Στην περίπτωση αυτή, οι δύο υπερδυνάμεις δεν μπορούν να αποτιμήσουν σωστά την ισχύ και τις αδυναμίες η μία της άλλης. Οπως επισημαίνει ο Χάιφενγκ Χουάνγκ, πολιτικός επιστήμων στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, η Ιστορία μάς διδάσκει ότι ένας τέτοιος συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει και σε πόλεμο. Ο ίδιος επικαλείται μάλιστα ως σύγχρονη απόδειξη την επιθετική διπλωματία της Κίνας, που αποξένωσε τελικά σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της, μεταξύ των οποίων η Αυστραλία και η Ε.Ε.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT