Ο Ευρωπαίος μυθιστοριογράφος Μισέλ Ουελμπέκ δεν είναι γνωστός για την αισιοδοξία του. Στο έργο του που εκτείνεται σε τρεις δεκαετίες, ένα κεντρικό θέμα ήταν η αδυσώπητη παρακμή της ανθρώπινης φύσης, από τη διαδικτυακή πορνογραφία μέχρι τον ίδιο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. «Η Γαλλία έχει εγκαταλείψει την πρόοδο», έγραψε το 2014. Σήμερα τα σχόλιά του ακούγονται σκοτεινά προφητικά. Η οικονομική ανάπτυξη σε ολόκληρη την ήπειρο έχει συρρικνωθεί, ενώ ακόμη και ο βιομηχανικός κολοσσός της Γερμανίας καταρρέει. Ο δυναμισμός έχει αντικατασταθεί από οδυνηρές εξαρτήσεις: η τεχνολογία της Ευρώπης προέρχεται από την Αμερική, τα κρίσιμα ορυκτά της από την Κίνα. Ο μετασχηματισμός της ηπείρου σε ένα άγονο πάρκο για τουρίστες, με τις οικονομίες της προσανατολισμένες στην εξυπηρέτηση των επισκεπτών, δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο εικασιών. Είναι σημαντικό όμως να μην παρερμηνευθεί. Τα παράπονα για την αποτυχία της Ε.Ε. να δημιουργήσει τη δική της Σίλικον Βάλεϊ και οι συγκρίσεις του ΑΕΠ της με μια χώρα άνω του ενός δισεκατομμυρίου κατοίκων δεν αποτελούν δίκαιες αποδείξεις παρακμής. Ωστόσο είναι αναμφισβήτητο ότι η Ευρώπη έχει «επαρχιοποιηθεί», όπως είπε κάποτε ο Γερμανός φιλόσοφος Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ. Οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία δείχνουν ότι το μπλοκ έχει σταθερά υποβαθμιστεί σε έναν δευτερεύοντα παίκτη στις παγκόσμιες υποθέσεις. Στα μάτια του προέδρου Τραμπ «παρακμάζει» και κινδυνεύει με «πολιτισμική διαγραφή». Ολα αυτά ακούγονται απειλητικά για τους Ευρωπαίους. Ωστόσο, ίσως ο υποβιβασμός να μην είναι απαραίτητα τραυματικός. Αντίθετα, η αναμέτρηση με την ευρωπαϊκή παρακμή –πολιτιστική, πολιτική και, πάνω απ’ όλα, οικονομική– θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια υγιή, μετριοπαθή προσέγγιση στο παρόν. Τουλάχιστον οι Βρυξέλλες δεν υποφέρουν πλέον από άρνηση. Σε όλο το φάσμα υπάρχει η επίγνωση ότι η ήπειρος μένει πίσω. Μια παραδειγματική παραδοχή ήρθε πέρυσι από τον πρώην πρόεδρο της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι. Σε μια καυστική έκθεση ο Ντράγκι –στον οποίο αποδίδεται ευρέως η διάσωση του ευρώ μετά την οικονομική κρίση– απαρίθμησε τα δεινά της ευρωπαϊκής οικονομίας, από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας έως την υστέρηση στην παραγωγικότητα.
Αυτό που χρειάζεται είναι μια νέα «πολιτική παρακμής», για να δανειστούμε μια φράση από τον ιστορικό Ερικ Χομπσμπάουμ. Εσωτερικά απαιτείται μια ρήξη με το φετίχ της λιτότητας που έχει κυριεύσει τους Ευρωπαίους πολιτικούς από τη δεκαετία του 1990. Είναι δικαιολογημένο που ο οικονομικός ιστορικός Ανταμ Τόουζ έχει επικρίνει τους τεχνοκράτες της Ε.Ε. ως «Ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού» για την προσήλωσή τους στις αρχές της αγοράς σε μια εποχή που τις έχει κηρύξει παρωχημένες. Η εγκατάλειψη αυτού του δόγματος είναι ζωτικής σημασίας. Η χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων για τα κράτη-μέλη θα διευκόλυνε την οικονομική κάλυψη της υστέρησης, με βάση μια σοβαρή στρατηγική δημόσιων επενδύσεων. Αν η Ευρώπη θέλει να επανεφεύρει τον εαυτό της, πρέπει να σκεφθεί διαφορετικά. Κυρίως θα πρέπει να σκεφθεί κάτι που θεωρείται πέρα από τα συνηθισμένα στις Βρυξέλλες: την κρίσιμη ενσωμάτωση με την Κίνα. Ο όρος «κρίσιμος» εννοείται και με τις δύο έννοιες του όρου. Αφενός, μια τέτοια δέσμευση είναι ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, μια προσπάθεια στην οποία τώρα ηγείται κυρίως η Κίνα. Ωστόσο θα πρέπει επίσης να είναι υπό όρους, χωρίς υποταγή στο Πεκίνο, ούτε τύφλωση απέναντι στο ζοφερό ιστορικό του στο εμπόριο ή στα εργασιακά δικαιώματα. Οι έλεγχοι των εξαγωγών, όπου είναι απαραίτητοι, μπορούν να συμβαδίζουν με τη συνεργασία. Μειώνοντας το μέγεθός της, η Ευρώπη μπορεί να διαπιστώσει ότι μια ευχάριστη δημόσια έκταση στις παρυφές της νέας παγκόσμιας τάξης μπορεί να είναι υπεραρκετή.
* Ο κ. Αντον Γέγκερ είναι λέκτωρ Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

