Στην προεκλογική εκστρατεία του το καλοκαίρι του 2024, ο Τραμπ βρέθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ, ανάμεσα σε τραπέζια με καθημερινά είδη και πινακίδες που περιέγραφαν πόσο είχαν αυξηθεί οι τιμές τους επί των ημερών Μπάιντεν. Εκτιμώντας σωστά ότι αυτό το ζήτημα θα είχε συνέπειες στη μάχη για τον Λευκό Οίκο, η εκστρατεία του Τραμπ τον βοήθησε να το αναδείξει. Τώρα, ο Τραμπ είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι οι ψηφοφόροι δεν πρέπει να πιστεύουν στο πορτοφόλι τους, αποκαλώντας το ζήτημα της προσιτής τιμής «απάτη» των Δημοκρατικών. Η ίδια παγίδα στην οποία έπεσε ο Μπάιντεν έχει τώρα παγιδεύσει τον διάδοχό του και έχει συνέπειες στα αντίστοιχα ποσοστά αποδοχής του, που έπεσαν προσφάτως κάτω από το 40%. Στην πρώτη του θητεία, οι ανησυχίες επικεντρώνονταν περισσότερο στο στυλ και στην προσέγγισή του, και η αποδοχή του ήταν χαμηλότερη σε θέματα όπως η αντίδραση στην COVID-19. Η δημοτικότητά του για τη διαχείριση της οικονομίας, ωστόσο, ήταν συνήθως ένα φωτεινό σημείο της θητείας του και αυτή η πεποίθηση πως ο Τραμπ ίσως άξιζε να ξαναγίνει πρόεδρος αν μπορούσε να διορθώσει την οικονομία, τον επανέφερε στην εξουσία. Πλέον ταξιδεύει σε όλη τη χώρα μιλώντας για τις τιμές, ενώ σε συνέντευξή του στο Politico περιέγραψε την τρέχουσα οικονομία ως «Α+++++».
Οι πρόεδροι, βέβαια, δεν έχουν πλέον «μήνα του μέλιτος» κατά τον πρώτο χρόνο τους. Δεν είναι πια συνηθισμένο για έναν πρόεδρο να ξεκινά με ποσοστό 70% και να τελειώνει τη θητεία του με 30 ή 40 μονάδες χαμηλότερα, όπως έκανε ο Τζίμι Κάρτερ. Οι ψηφοφόροι είναι λιγότερο πρόθυμοι να δώσουν τα εύσημα σε έναν πρόεδρο που δεν ψήφισαν, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Ως αποτέλεσμα, ενώ οι πρόεδροι του 20ού αιώνα συχνά έβλεπαν ποσοστά 60% ή υψηλότερα, οι πρόεδροι των τελευταίων δεκαετιών είδαν τα ποσοστά τους να κυμαίνονται γύρω στο 40%.
Οπως και να ‘χει το θέμα των προσιτών τιμών δεν είναι πλέον το δυνατό σημείο του Τραμπ. Οι σύμβουλοί του κατανοούν ότι ο πολιτικός κίνδυνος είναι πραγματικός και τον παροτρύνουν να αλλάξει πορεία. Η εορταστική περίοδος αγορών είναι προ των πυλών και, μαζί της, υπάρχει η πιθανότητα για ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό κίνδυνο. Οταν ο Τραμπ επέβαλε τους δασμούς του, παραδέχτηκε ότι μπορεί να κάνουν τα πράγματα πιο ακριβά. Τις επόμενες δύο εβδομάδες, οι Αμερικανοί που θα κάνουν τα ψώνια τους για τις γιορτές θα εξετάσουν προσεκτικά τι μπορούν να ξοδέψουν πέρα από τα απαραίτητα και θα θεωρήσουν τους ηγέτες τους υπευθύνους εάν αυτή η αξιολόγηση δεν είναι καλή.
Αν ο Τραμπ θέλει να ξανακερδίσει στο θέμα της οικονομίας και να ενισχύσει το ποσοστό αποδοχής του, πρέπει να κάνει κάτι που ο προκάτοχός του δεν μπόρεσε να κάνει. Πρέπει να αναγνωρίσει τον πόνο των Αμερικανών –αντί να τον απορρίψει ως «απάτη–, ενώ παράλληλα να επισημάνει τις πολιτικές για τις οποίες είναι περήφανος και οι οποίες αντιμετωπίζουν το ζήτημα κατά μέτωπον: αυξημένη παραγωγή ενέργειας για τη μείωση των τιμών φυσικού αερίου, χαμηλότεροι φόροι για πολλές οικογένειες. Θα πρέπει επίσης να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο άρσης των δασμών σε τομείς όπου οι Αμερικανοί πλήττονται περισσότερο, όπως τα τρόφιμα. Αν θέλει να αλλάξει τα πράγματα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του επόμενου έτους, θα χρειαστεί στοχευμένα μηνύματα, μαζί με συγκεκριμένα αποτελέσματα που οι Αμερικανοί θα νιώσουν στο πορτοφόλι τους. Τα αυγά μπορεί να είναι φθηνότερα σήμερα από ό,τι πριν από ένα χρόνο, αλλά πολλά πράγματα για τα οποία πληρώνουν οι άνθρωποι δεν είναι, και τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ αντικατοπτρίζουν αυτόν τον πόνο.

