Καθώς τα επίπεδα χρέους των ανεπτυγμένων οικονομιών μελών του G7 έχουν πάρει την ανιούσα, ενώ πολλές αναδυόμενες αγορές έχουν βελτιώσει τη δημοσιονομική εικόνα τους, πολλοί επενδυτές που τοποθετούνται σε ομόλογα προτιμούν αυτά των αναδυόμενων υψηλότερης διαβάθμισης, θεωρώντας τα ασφαλή ή και ασφαλέστερα από τα ομόλογα πολλών πλούσιων χωρών. Παράλληλα, τα ομόλογα αναδυόμενων αγορών προσφέρουν και μεγαλύτερα κέρδη. Η στροφή μερίδας των επενδυτών είναι πιο προφανής όταν πρόκειται για κρατικά ομόλογα ή τίτλους επιχειρήσεων των χωρών με βαθμολογία ΑΑ – όπως, για παράδειγμα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα και η Δημοκρατία της Τσεχίας.
Το 2025 τα ομόλογα των αναδυόμενων οικονομιών σημείωσαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο που έχει καταγραφεί ακόμη και πριν από την πανδημία.
Φέτος οι χώρες αυτές έχουν προσφέρει στους επενδυτές σαφώς υψηλότερα κέρδη από τις πλούσιες χώρες με την ίδια βαθμολογία πιστοληπτικής αξιολόγησης, τόσο σε δολάρια όσο και στα δικά τους νομίσματα. Οσον αφορά άλλωστε το κόστος δανεισμού τους, για ορισμένες από αυτές τις χώρες τείνει να εξισωθεί με εκείνο των ΗΠΑ, που θεωρούνται η ασφαλέστερη αγορά χρέους σε όλο τον κόσμο. Το σημαντικότερο είναι ότι υπάρχουν ενδείξεις πως συγκλίνει και γενικότερα ο βαθμός επικινδυνότητας πολλών εκ των αναδυόμενων αγορών, ακόμη και αυτών που έχουν χαμηλότερες βαθμολογίες πιστοληπτικής αξιολόγησης, με εκείνον των πλούσιων οικονομιών. Οι αλλαγές αυτές οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην πρόοδο που έχει σημειώσει σημαντική μερίδα του αναπτυσσόμενου κόσμου ως προς τη μείωση του δημοσίου χρέους, την ανάσχεση του πληθωρισμού και τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ο πληθωρισμός, για παράδειγμα, σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο βρίσκεται σε επίπεδα χαμηλότερα από των ανεπτυγμένων οικονομιών, εξέλιξη αρκετά σπάνια αν σκεφτεί κανείς ότι έχει σημειωθεί ξανά μόνο μία φορά μέσα στα τελευταία 35 χρόνια. Στο μεταξύ, οι αναδυόμενες οικονομίες παρουσιάζουν κατά μέσον όρο πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, την ώρα που οι πλούσιες χώρες έχουν όλο και μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα. Ακόμη και όταν τα δημοσιονομικά ελλείμματα είναι ίδια ανάμεσα στις δύο κατηγορίες χωρών, οι αναπτυσσόμενες χώρες σημειώνουν σαφώς υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και φέτος εκτιμάται ότι κατά μέσον όρο το ΑΕΠ τους θα αυξηθεί κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες περισσότερο.
Την ίδια στιγμή, οι ανεπτυγμένες οικονομίες διολισθαίνουν διαρκώς όσον αφορά τη δημοσιονομική εικόνα τους, με πιο έντονη την αλλαγή στις ΗΠΑ, όπου η εμπορική και η φορολογική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να διευρύνει σημαντικά τα ελλείμματα της υπερδύναμης. Το χρέος της αμερικανικής κυβέρνησης βρίσκεται ήδη στο 100% του ΑΕΠ, το δημοσιονομικό έλλειμμα σχεδόν στο 6% του ΑΕΠ και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει υπερβεί το 1 τρισ. δολ. ετησίως για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας. «Οποιος θέλει δημοσιονομική αυτοκυριαρχία και ορθόδοξη πολιτική, στρέφεται τελευταία στις αναδυόμενες αγορές και όχι στις ανεπτυγμένες», τονίζει ο Τζέιμς Ατεϊ, διαχειριστής επενδύσεων χαρτοφυλακίου στη Marlborough Investment Management. Ο Ατεϊ τονίζει πως έχει αναβαθμίσει τις θέσεις του στο χρέος αναδυόμενων αγορών αγοράζοντας πέσος Μεξικού, ομόλογα της Χιλής στο τοπικό νόμισμα και τίτλους Νοτίου Αφρικής σε δολάρια. Ετσι, το 2025 τα ομόλογα των αναδυόμενων σημείωσαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο που έχει καταγραφεί ακόμη και πριν από την πανδημία. Ως εκ τούτου, συγκλίνει το κόστος δανεισμού των αναδυόμενων με των ανεπτυγμένων οικονομιών, έχει δηλαδή μειωθεί σημαντικά η απόκλιση ανάμεσα στις αποδόσεις του χρέους των αναδυόμενων αγορών που εκδίδεται σε δολάρια και στις αποδόσεις των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου.
Ειδικότερα για τις αναδυόμενες αγορές με βαθμολογία ΑΑ-, αυτή η απόκλιση έχει περιοριστεί στο χαμηλό ρεκόρ των 31 μονάδων βάσης. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, οι επενδυτές αγόρασαν πενταετή ομόλογα της Νότιας Κορέας σε δολάρια με απόδοση μόλις κατά 17 μ.β. μεγαλύτερη από εκείνη των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου. Δεν εκπλήσσει, βέβαια, ότι το χρέος της Νότιας Κορέας αναμένεται να είναι 55% φέτος, δηλαδή το ήμισυ του μέσου όρου ανάμεσα στις χώρες του G7, ενώ η χώρα έχει 6% πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Επίσης, το Αμπου Ντάμπι εξέδωσε δεκαετή ομόλογα που είχαν απόδοση μόλις 18 μ.β. μεγαλύτερη από τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου.

