Τον Φεβρουάριο του 1974, το Συντηρητικό Κόμμα του Εντουαρντ Χιθ ξεκίνησε προεκλογική εκστρατεία με το ερώτημα: «Ποιος κυβερνά τη Βρετανία;». Ο πρωθυπουργός πρόσφερε μια επιλογή μεταξύ της εκλεγμένης κυβέρνησής του, η οποία προσπαθούσε να περιορίσει τον πληθωρισμό με επιθετικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, και των ισχυρών βρετανικών συνδικάτων, τα οποία αντιστέκονταν στην αλλαγή. Το 2025, η βρετανική πολιτική σκηνή αντιμετωπίζει παρόμοια αντιπαράθεση. Αυτή τη φορά, ωστόσο, αριστεροί πολιτικοί θέτουν το ερώτημα και οι στόχοι της οργής τους δεν είναι τα συνδικάτα, αλλά οι αγορές ομολόγων. Ο Ζακ Πολάνσκι, ηγέτης του Πράσινου Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου, συνόψισε την απογοήτευση τρεις ημέρες πριν η Ρέιτσελ Ριβς, υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας, αποκαλύψει τον προϋπολογισμό της, την Τετάρτη. «Πρέπει να επιστρέψουμε στο σημείο όπου οι δημοκρατικοί πολιτικοί που εκλέγονται από τον λαό ανησυχούν περισσότερο για τις καθαρίστριες, τους δασκάλους, τις νοσοκόμες… παρά για τους ανθρώπους που κατέχουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, που βγάζουν χρήματα ενώ κοιμούνται», είπε.
Η ουσία αυτών των επικρίσεων είναι ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες που η Ριβς εισήγαγε το 2024 για να ενισχύσει την αξιοπιστία των επενδυτών ομολόγων προκάλεσαν μια άσκοπα συντηρητική προκατάληψη στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Οι αριστεροί πολιτικοί υποστηρίζουν ότι δεσμευόμενη στα τρέχοντα πλεονάσματα του προϋπολογισμού, συρρικνώνοντας τον δείκτη δημοσίου χρέους και περιορίζοντας τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας, η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στον αποπληθωρισμό έναντι της ανάπτυξης και στους εισοδηματίες έναντι των εργαζομένων. Η Ριβς απέρριψε αυτά τα παράπονα και τάχθηκε κατηγορηματικά υπέρ των αγορών ομολόγων.
Αν και αύξησε τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας και εισήγαγε νέες επιδοτήσεις για τις ΑΠΕ, αυτές οι απώλειες αντισταθμίστηκαν από μια σειρά αυξήσεων φόρων, που σύμφωνα με το Γραφείο Ευθύνης Προϋπολογισμού (OBR) θα αυξήσουν τους φόρους από 35% σε 38% του ΑΕΠ τα επόμενα τέσσερα χρόνια – στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Ως αποτέλεσμα, ο κρατικός δανεισμός θα μειωθεί από 4,5% του ΑΕΠ φέτος σε κάτω από 2%, ενώ ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει από το τρέχον 3,5% στον στόχο της Τράπεζας της Αγγλίας για 2% έως το 2027. Τα ψιλά γράμματα, όμως, δεν είναι τόσο ρόδινα. Η Ριβς μπορεί να ισχυριστεί ότι πληροί τον τρέχοντα κανόνα περί πλεονάσματος του προϋπολογισμού, επειδή το νομικό κριτήριο βασίζεται σε μια ισορροπία πιθανοτήτων. Η πιθανότητα που αποδίδει το OBR είναι 59% – ο υψηλότερος αριθμός από το 2019, αλλά όχι πολύ καλύτερος από το να ρίξει κανείς ένα κέρμα. Και ενώ το ενισχυμένο δημοσιονομικό απόθεμα της Ριβς, ύψους 22 δισ. λιρών, μπορεί να ακούγεται εντυπωσιακό, είναι μόνο το 75% αυτού που οι προκάτοχοί της, κατά μέσον όρο, θεωρούσαν συνετό. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση απέχει πολύ από την ασφάλεια. Το ΟBR καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο προϋπολογισμός της Ριβς θα «αφήσει το Ηνωμένο Βασίλειο με ένα λόγο χρέους προς ΑΕΠ περίπου διπλάσιο από τον μέσο όρο των προηγμένων οικονομιών». Η επόμενη μεγάλη πολιτική δοκιμασία για τους Εργατικούς θα έρθει στις τοπικές εκλογές τον Μάιο του επόμενου έτους. Από οικονομικής άποψης, ο φιλικός προς τα ομόλογα προϋπολογισμός της Ριβς μπορεί να μοιάζει με μια επιλογή χαμηλού κινδύνου. Πολιτικά, ωστόσο, είναι ένα στοίχημα με υψηλά διακυβεύματα. Αν η Ριβς είναι τυχερή, η ανάπτυξη θα ανακάμψει χωρίς την ανάγκη ούτε για τόνωση της οικονομίας ούτε για μεταρρύθμιση της προσφοράς. Αν δεν είναι, η κυβέρνησή της μπορεί να λάβει την ίδια απάντηση με τον Χιθ όταν ρώτησε «Ποιος κυβερνά τη Βρετανία» το 1974. Η απάντηση των ψηφοφόρων ήταν «Οχι εσύ…».

