Νέα δίοδο για τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους, που θα παρακάμπτει την Κίνα, ψάχνουν πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες μετά την αύξηση των εξαγωγικών περιορισμών από τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Σύμφωνα με έρευνα της οργάνωσης European Union Chamber of Commerce in China (EUCCC), ένα στα τρία μέλη της ψάχνει εναλλακτική της Κίνας εξαιτίας της αυστηροποίησης των κανονισμών. Μάλιστα, το 40% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το υπουργείο Εμπορίου επεξεργάζεται τις άδειες εξαγωγών βραδύτερα από την προβλεπόμενη διαδικασία.
«Οι εξαγωγικοί περιορισμοί έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα που αισθάνονται όσες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη χώρα, με τις εταιρείες να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο επιβράδυνσης της παραγωγής ή ακόμη και διακοπής της», είπε ο Τζενς Εσκελουντ, επικεφαλής του EUCCC. Τα μέτρα «ενέτειναν την πίεση σε ένα παγκόσμιο σύστημα εμπορίου, το οποίο βρισκόταν ήδη σε έντονο στρες», συμπλήρωσε.
Περίπου 130 εταιρείες συμμετείχαν στην έρευνα, σύμφωνα με το EUCCC, που εκπροσωπεί μεταξύ άλλων την BMW, τη Volkswagen, τη Nokia και την TotalEnergies.
Υπενθυμίζεται ότι τον Οκτώβριο το Πεκίνο αιφνιδίασε τις ΗΠΑ απειλώντας με ακόμη αυστηρότερους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, σε μια επίδειξη ισχύος προκειμένου η αμερικανική πλευρά να προχωρήσει τις εμπορικές συνομιλίες. Η κίνηση αυτή προκάλεσε νέες ανησυχίες στις ευρωπαϊκές εταιρείες για ανατροπή των εφοδιαστικών αλυσίδων τους, καθώς τον Απρίλιο είχαν επιβληθεί ξανά τέτοιου είδους μέτρα.
Στο πλαίσιο των κανόνων του Απριλίου, ορισμένες αυτοκινητοβιομηχανίες της Ε.Ε. υποχρεώθηκαν να κλείσουν γραμμές παραγωγής, καθώς η αναστολή των κινεζικών εξαγωγών σε ορισμένες σπάνιες γαίες και μαγνήτες προκάλεσε ελλείψεις κρίσιμων προμηθειών διεθνώς.
«Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας είναι σημαντικά διότι δείχνουν μια εικόνα η οποία έρχεται σε αντίθεση με την αισιοδοξία που επικράτησε μετά τη συνάντηση στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας» ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον Κινέζο Σι Τζινπίνγκ, είπε στο Reuters ο Αλφρέντο Μοντουφάρ-Χελού, υψηλόβαθμο στέλεχος της Ankura Consulting. «Η πραγματικότητα είναι ότι η συμφωνία δεν έχει κλείσει. Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο διαπραγματεύονται το εύρος των συμβιβασμών, ενώ η Ε.Ε. ζητάει να συμπεριληφθεί. Η εφαρμογή της παίρνει χρόνο και σε αυτό το κενό οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες πληρώνουν το τίμημα», συμπλήρωσε.
Σχεδόν 70% των ερωτηθέντων της έρευνας είπαν ότι η παραγωγή τους σε εγκαταστάσεις του εξωτερικού εξαρτάται από κινεζικά υλικά που υπόκεινται στους περιορισμούς, ενώ 50% των εξαγωγικών επιχειρήσεων ανέφεραν ότι οι προμηθευτές ή οι πελάτες τους κατασκευάζουν προϊόντα που θα υπόκεινται σε περιορισμούς ή θα βρεθούν σύντομα σε τέτοιο καθεστώς.
Οι επιχειρήσεις της Ε.Ε. είπαν ότι η διαδικασία αδειοδότησης παίρνει περισσότερο από τις 45 ημέρες που προβλέπονται, ενώ επισήμαναν ότι η διαδικασία είναι αδιαφανής. Επίσης εξέφρασαν ανησυχίες για κλοπή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η έρευνα παρέσχε επίσης παραδείγματα εταιρειών που επηρεάστηκαν από τους περιορισμούς του Πεκίνου. Μεταξύ αυτών και μια εταιρεία που εκτίμησε ότι τα μέτρα θα κοστίσουν περίπου όσο το 20% των παγκόσμιων εσόδων της φέτος. Αλλη εταιρεία δήλωσε ότι αναμένει κόστος άνω των 250 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, 56 από τις 131 ευρωπαϊκές εταιρείες που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι οι έλεγχοι των εξαγωγών δεν θα έχουν καμία επίδραση, δείχνοντας ότι ορισμένοι τομείς παραμένουν ανεπηρέαστοι.

