Αλλεπάλληλοι κώδωνες κινδύνου κρούουν για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, τη Γερμανία, που επιχειρεί να ανακάμψει από τα πλήγματα των προηγούμενων ετών αυξάνοντας επιθετικά τις δαπάνες για επενδύσεις εν μέσω μιας εμφανώς κακής παγκόσμιας συγκυρίας. Μία ημέρα μετά την κρούση της Κομισιόν για την υπέρβαση του ορίου του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2025, το ΔΝΤ προειδοποιεί τη Γερμανία πως ναι μεν θα κατορθώσει να τονώσει βραχυπρόθεσμα την οικονομία της με την αύξηση των δαπανών, αλλά αν δεν προχωρήσει σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις σύντομα η ανάκαμψή της θα εξανεμιστεί.
Επικροτώντας ουσιαστικά την απόφαση του Βερολίνου για δημοσιονομική χαλάρωση τη διετία 2026-2027, το ΔΝΤ εκτιμά πως τα επόμενα χρόνια θα τονωθεί η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας με το ΑΕΠ της να αυξάνεται κατά 1% το επόμενο έτος και κατά 1,5% το 2027. Εκτιμά πως το δημοσιονομικό έλλειμα του Βερολίνου θα διευρυνθεί περίπου στο 4% το 2027, αλλά θα προσφέρει καίρια τόνωση χάρη στις δημόσιες επενδύσεις και στις αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Αυτή η τόνωση της οικονομίας θα αναπληρώσει την περιορισμένη εξωτερική ζήτηση, θα γεφυρώσει τη μείωση της παραγωγής και θα μειώσει την ανεργία. Οπως τονίζει το Ταμείο, η Γερμανία διαθέτει τα δημοσιονομικά περιθώρια για μια τέτοια χαλάρωση της δημοσιονομικής της πολιτικής δεδομένων των σχετικά χαμηλών επιπέδων του χρέους της. Το χρέος της αναμένεται να αυξηθεί στο 68% του ΑΕΠ της μέσα στο 2027, παραμένοντας, ωστόσο, το χαμηλότερο από όλες τις οικονομίες του G7. Η αύξηση αυτή θα είναι απότοκο της κατά κάποιον τρόπο ιστορικής απόφασης που έλαβε το Βερολίνο να χαλαρώσει το λεγόμενο «φρένο χρέους». Πρόκειται για μια σκληρή πρόβλεψη που έχει θεσμοθετηθεί στο σύνταγμά της και απαγορεύει την αύξηση του δανεισμού της χώρας πάνω από το 0,35% του ΑΕΠ της κάθε χρόνο.
Θεωρώντας δεδομένο ότι θα αυξηθεί η εγχώρια ζήτηση, το ΔΝΤ προβλέπει πως θα μειωθεί κάπως το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών του Βερολίνου αλλά θα παραμείνει σε θετικό πρόσημο και ο πληθωρισμός θα κυμαίνεται σε επίπεδα κοντά στον στόχο της ΕΚΤ για 2%. Το Ταμείο παραμένει, ωστόσο, απαισιόδοξο σε ό,τι αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας. Επισημαίνει πως οι αυξημένες δημόσιες επενδύσεις θα δώσουν ώθηση στη μεσομακροπρόθεσμη ανάπτυξη γιατί θα τονώσουν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, αλλά εγγενείς παθογένειες της γερμανικής οικονομίας περιορίζουν τις προοπτικές μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Ανάμεσά τους η ραγδαία γήρανση του πληθυσμού, καθώς μέσα στην επόμενη πενταετία το οικονομικά ενεργό τμήμα του πληθυσμού αναμένεται να μειωθεί με ταχύτερους ρυθμούς από οποιαδήποτε άλλη οικονομία του G7. Σε ό,τι αφορά την αύξηση της παραγωγικότητάς της, το Ταμείο εκτιμά πως θα παραμείνει σε περιορισμένα επίπεδα αν δεν προχωρήσει η κυβέρνηση σε περαιτέρω μεταρρυθμίσεις τόσο από πλευράς του Βερολίνου όσο και σε επίπεδο Ε.Ε. ώστε να αναβαθμιστεί η αποτελεσματικότητα της οικονομίας και να δοθεί ώθηση στην καινοτομία.
Το Ταμείο σημειώνει ότι εγγενείς παθογένειες περιορίζουν τις προοπτικές μακροπρόθεσμης ανάπτυξης της Γερμανίας. Ανάμεσά τους η ραγδαία γήρανση του πληθυσμού.
Το Ταμείο επισημαίνει, άλλωστε, ότι η Γερμανία επιχειρεί να ανακάμψει σε μια συγκυρία αρνητική που θα μπορούσε να ανακόψει τις προσπάθειές της καθώς εντείνονται οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, κλιμακώνονται οι εμπορικές διενέξεις όπως και η αστάθεια στις τιμές των εμπορευμάτων. Ολα αυτά ενδέχεται να διακόψουν τις αναγκαίες εισροές στη γερμανική οικονομία, να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη, τις επενδύσεις και το εμπόριο.
Σε περίπτωση, άλλωστε, σημαντικής διόρθωσης στις αγορές σε ό,τι αφορά τις δυσθεώρητες χρηματιστηριακές αξίες των επιχειρήσεων, ενδέχεται να πληγεί καίρια η ζήτηση και να αυξηθεί το κόστος χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Στο εσωτερικό μέτωπο της οικονομίας, αν ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας είναι τελικά χαμηλότερες από τις προβλέψεις, αν καθυστερήσει η υλοποίηση των σχεδιαζόμενων επενδύσεων είτε αν υπάρξουν ελλείψεις εργατικών χεριών, τότε μπορεί να περιοριστεί σημαντικά η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και να ενταθούν οι πιέσεις στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.
Εχει προηγηθεί την Τρίτη η προειδοποίηση της Κομισιόν που βλέπει το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γερμανίας να υπερβαίνει σαφώς το 3% μέσα στο τρέχον έτος, αν και η Κομισιόν δεν σκοπεύει να προχωρήσει στη σχετική διαδικασία κατά του Βερολίνου καθώς η υπέρβαση «δικαιολογείται πλήρως από την αύξηση των αμυντικών δαπανών», όπως ανέφερε συγκεκριμένα. Η Γερμανία, που τα τελευταία χρόνια επλήγη στον μέγιστο βαθμό από την ενεργειακή κρίση και είδε εμβληματικές βιομηχανίες της να γονατίζουν από το υψηλό κόστος της ενέργειας, ήταν ανάμεσα στις 16 χώρες-μέλη της Ε.Ε. που ζήτησαν να εξαιρεθούν από τα όρια του 3% του ΑΕΠ για το έλλειμμα και του 60% του ΑΕΠ για το χρέος.

