Η Νορβηγία, από τις χώρες με τους υψηλότερους δείκτες ισότητας, όχι μόνο επιβάλλει φόρο στον μεγάλο πλούτο, αλλά τον έχει θεσπίσει από το 1892 και έχει προσφέρει παράδειγμα προς μίμησιν σε όσες χώρες σκέπτονται κάτι ανάλογο, όπως οι Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία. Ο εν λόγω φόρος ανέρχεται στο 1% για όποιον συγκεντρώνει πλούτο από 1,76 εκατ. κορώνες έως 20,7 εκατ. κορώνες, δηλαδή από 174.000 έως 2 εκατ. δολάρια. Ο φόρος ανεβαίνει στο 1,1% για οποιονδήποτε έχει ακόμη μεγαλύτερο πλούτο. Και δεν είναι λίγοι, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023 τον κατέβαλαν προ διετίας 671.639 άτομα, δηλαδή ποσοστό περίπου 12% του συνολικού πληθυσμού.
Ο νόμος προβλέπει, πάντως, έκπτωση 75% στην αξία της πρώτης κατοικίας και 20% για τις μετοχές και τα εμπορικά ακίνητα, ενώ εκπίπτει οποιοδήποτε χρέος, αλλά συμπεριλαμβάνονται τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο εξωτερικό. Η μόνη εναλλακτική για τους πλουσίους της Νορβηγίας είναι η φυγή από τη χώρα, η οποία όμως δεν είναι δωρεάν καθώς συνεπάγεται καταβολή φόρου 37,8% στα κατ’ εκτίμησιν κέρδη σε πλούτο άνω των 3 εκατ. νορβηγικών κορωνών, περίπου 290.000 δολ., όπως για παράδειγμα στα κέρδη από μετοχές που έχουν σημειώσει άνοδο, αλλά δεν έχουν πουληθεί. Και το περασμένο έτος η χώρα έσπευσε να κλείσει κάθε «παραθυράκι» που έδινε τη δυνατότητα στους μετανάστες να αναβάλουν τις πληρωμές επ’ άπειρον. Ετσι πολλοί Νορβηγοί έχουν επιλέξει τον δρόμο της φυγής. Βάσει των στοιχείων της δεξαμενής σκέψης Civita, 261 κάτοικοι της Νορβηγίας με πλούτο πάνω από 973.000 δολ. έφυγαν το 2022 και άλλοι 254 το 2023, και η φυγή συνεχίζεται γιατί έχει έρθει στην εξουσία το Εργατικό Κόμμα και επιβάλλει αυστηρότερους όρους.
Τα έσοδα της Νορβηγίας από τον επίμαχο φόρο έχουν αυξηθεί, γι’ αυτό και η Βρετανία αναζητεί τρόπο να κινηθεί αντίστοιχα για να διευκολύνει τη δημοσιονομική εξυγίανσή της.
Σύμφωνα με την κατάταξη του οικονομικού περιοδικού Kapital, οι 105 από τους 400 πλουσιότερους πολίτες της Νορβηγίας ζουν τώρα στο εξωτερικό ή έχουν μεταβιβάσει τον πλούτο τους σε συγγενείς τους στο εξωτερικό. Το Εργατικό Κόμμα έχει μάλιστα αναρτήσει έξω από τα γραφεία του φωτογραφίες ορισμένων εξ αυτών με τον τίτλο «Ο τοίχος της ντροπής». Παρά τη μαζική έξοδο, πάντως, τα έσοδα της χώρας από τον επίμαχο φόρο έχουν αυξηθεί και σήμερα ανέρχονται στο 0,6% του ΑΕΠ της. Γι’ αυτό και η Βρετανία αναζητεί τρόπο να κινηθεί αντίστοιχα για να διευκολύνει τη δημοσιονομική εξυγίανσή της. Οι υποστηρικτές του επίμαχου νόμου υποστηρίζουν πως ο εν λόγω φόρος λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου σε μια χώρα που κατήργησε τον φόρο κληρονομιάς το 2014 και συγκαταλέγεται μεταξύ των πλουσιότερων του κόσμου χάρη στο πετρέλαιο, στη ναυτιλία της και στα αλιεύματά της. Σύμφωνα, άλλωστε, με στοιχεία της κρατικής στατιστικής υπηρεσίας, οι επιχειρηματίες της χώρας διαθέτουν επαρκή ρευστότητα για να καταβάλουν τον φόρο και οι μόνοι που επιβαρύνονται είναι πράγματι μόνον οι πλουσιότεροι. Μια άλλη μελέτη, άλλωστε, καταλήγει στο συμπέρασμα πως ίσως ο εν λόγω φόρος να οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Οπως τονίζει ο Ρόμπερτ Λακόνο, καθηγητής στο νορβηγικό Πανεπιστήμιο Επιστημών και Τεχνολογίας, «τα ευρήματα καταδεικνύουν πως ο φόρος στον μεγάλο πλούτο δεν αποτρέπει τις επενδύσεις υψηλού επιπέδου ή την απασχόληση». Η πλέον πρόσφατη δημοσκόπηση της υπηρεσίας Response και της εφημερίδας Aftenposten που έγινε αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου φέρει το 39% των Νορβηγών να τάσσεται υπέρ της διατήρησης του νόμου ή ακόμη και υπέρ της αύξησης του συντελεστή, ενώ το 23% επιθυμεί τη μείωσή του και το 28% την κατάργησή του. Οι επικριτές του, αντιθέτως, υποστηρίζουν πως ο επίμαχος φόρος τιμωρεί την κατοχή περιουσιακών στοιχείων στο εσωτερικό της χώρας και απειλεί να εξαφανίσει τους επιχειρηματίες της Νορβηγίας. Σύμφωνα με τον Κνουτ Ερικ Κάρλσεν, που πλούτισε με το εμπόριο συμπληρωμάτων διατροφής από έλαια ψαριών και προσφάτως εγκαταστάθηκε στην Ελβετία, «το σύστημα της φορολόγησης του πλούτου εμποδίζει τις νορβηγικές εταιρείες να ανταγωνιστούν τις ομόλογές τους στον υπόλοιπο κόσμο». Περίπου το 40% των αποδήμων είναι επιχειρηματίες σύμφωνα με την Κριστίν Μλαντόλ, ερευνήτρια του Πρίνστον, που υπολογίζει πως οι πρόσφατες αλλαγές στο φορολογικό σύστημα θα μειώσουν μακροπρόθεσμα το ΑΕΠ της Νορβηγίας κατά 1,3%. Σημειωτέον ότι σε αντίθεση με την Ελβετία, η Νορβηγία φορολογεί τις αποδόσεις κεφαλαίου και επιβάλλει υψηλότερους φόρους στην εργασία σε σύγκριση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Παράλληλα συγκεντρώνει τα έσοδά της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στο κρατικό επενδυτικό ταμείο και αντλεί από αυτό ετησίως ένα 3% της αξίας του, στο πλαίσιο ενός αυστηρού δημοσιονομικού κανόνα.

