Σημαντική ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης με αυστηρές κυρώσεις συμφώνησαν τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., ενώ η συμφωνία Γαλλίας-Γερμανίας ανοίγει τον δρόμο για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Οι τελικές αποφάσεις εξαρτώνται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 28-29 Οκτωβρίου. Τα δύο ζητήματα που κυριάρχησαν στις διαπραγματεύσεις ήταν οι οικονομικές κυρώσεις και η ανάγκη για τη δημιουργία Μόνιμου Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων. Για πρώτη φορά θα επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις ακόμη και σε κράτος-μέλος που δεν έχει παραβιάσει τα όρια που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) για το έλλειμμα και το χρέος αλλά και για απώλεια ανταγωνιστικότητας. Στο πλαίσιο της μακροοικονομικής εποπτείας η Κομισιόν με βάση ορισμένους δείκτες (θα προσδιοριστούν τους επόμενους μήνες και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κόστος εργασίας, τιμές ακινήτων) θα αξιολογεί μια φορά τον χρόνο την ανταγωνιστικότητα των κρατών-μελών. Αν κρίνει η Επιτροπή ότι υπάρχει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας θα στέλνει κλιμάκιο στο εν λόγω κράτος-μέλος και θα το ενημερώνει για το αποτέλεσμα του ελέγχου. Στην περίπτωση που το κράτος-μέλος δεν λάβει μέτρα, η Επιτροπή θα παραπέμπει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και θα δημοσιοποιεί την έκθεση. Εκτιμάται ότι το πλήγμα στην υπόληψη του κράτους-μέλους θα είναι πάρα πολύ σοβαρό, ενώ αν δεν υπάρξει συμμόρφωση ακόμη και τότε, θα επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις. Το ύψος του δημόσιου χρέους θα οδηγεί πλέον στην έναρξη Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος. Ωστόσο παραμένει αδιευκρίνιστο πόσο θα πρέπει να μειώνουν τα κράτη-μέλη το χρέος τους προκειμένου να αποφύγουν τις κυρώσεις. Στο τραπέζι υπάρχουν δύο προτάσεις: η πρώτη είναι της Κομισιόν και προβλέπει μείωση του υπερβολικού χρέους (πάνω από το 60% του ΑΕΠ) κατά 5% τον χρόνο για τρία χρόνια. Η δεύτερη πρόταση θα διαμορφώνεται μετά τον καθορισμό του μεσοπρόθεσμου στόχου για τη μείωση του χρέους κάθε κράτους-μέλους.
Κατά τη συμφωνία, για πρώτη φορά θα επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις για προληπτικούς λόγους. Οταν δηλαδή κράτος-μέλος δεν μειώνει το έλλειμμα ή το χρέος του με ικανοποιητικό ρυθμό, ακόμη και αν δεν έχει υπερβεί το όριο του ΣΣΑ. Αρχικά το εν λόγω κράτος-μέλος θα λαμβάνει προειδοποίηση από την Επιτροπή και θα έχει περιθώριο έξι μήνες για να πάρει τα κατάλληλα μέτρα. Αν δεν το πράξει θα επιβάλλονται κυρώσεις (έντοκη κατάθεση που θα μετατρέπεται σε άτοκη και τελικά σε πρόστιμο ίσο με το 0,2% του ΑΕΠ). Η διαδικασία θα είναι «ημιαυτόματη, δηλαδή η σύσταση της Κομισιόν για επιβολή κυρώσεων θα ανατρέπεται μόνο με απόφαση του ΕcoFiμε ειδική πλειοψηφία. Αν ένα κράτος-μέλος έχει υπερβεί τα όρια του Συμφώνου, έχει δεχτεί προειδοποίηση στο προληπτικό σκέλος του ΣΣΑ και του έχει επιβληθεί η ποινή της έντοκης κατάθεσης, τότε αυτομάτως η ποινή μετατρέπεται σε άτοκη κατάθεση. Αν μετά από έξι μήνες πάλι δεν έχει πάρει τα κατάλληλα μέτρα τότε επιβάλλεται πρόστιμο. Τέλος αποφασίστηκε ομόφωνα από τους υπουργούς Οικονομικών ότι υπάρχει η ανάγκη για τη δημιουργία ενός Μόνιμου Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων. Ζητήματα όπως οι ενδεχόμενες πολιτικές κυρώσεις (π.χ. στέρηση δικαιώματος ψήφου), οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση βοήθειας και οι όροι συνεργασίας με το ΔΝΤ θα πρέπει να αποφασιστούν από τους αρχηγούς κρατών τους επόμενους μήνες.

