Στις 13 Μαρτίου ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν και ο πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ρομάνο Πρόντι, συναντήθηκαν στο Μπάρι, στο πλαίσιο διήμερων συνομιλιών για τέταρτη φορά σε διάστημα μικρότερο του έτους. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των δύο ηγετών βρέθηκε η υπογραφή οικονομικών συμφωνιών, ενώ αμφότεροι απέφυγαν να θίξουν πιο ακανθώδη ζητήματα, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, είχαν συναντηθεί ξανά στα τέλη Ιανουαρίου, στο ρωσικό θέρετρο Σότσι της Μαύρης Θάλασσας, όπου και πάλι συζήτησαν θέματα ενεργειακής συνεργασίας, διμερούς εμπορίου και εκατέρωθεν επενδύσεων. Ολα αυτά στο πλαίσιο επαφών που – ευρύτερα ερμηνευόμενες και σε συνδυασμό με την επίσκεψη του κ. Πούτιν στην Ελλάδα, αμέσως μετά, για την υπογραφή της συμφωνίας για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης- μαρτυρούν ότι ο δρόμος της Ρωσίας προς τη Δύση περνά αναπόφευκτα από τη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η περασμένη διετία σηματοδοτήθηκε από ποικίλες συμφωνίες ρωσοϊταλικών επενδύσεων, την ώρα που το διμερές εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών άγγιζε πέρυσι τα πρωτοφανή επίπεδα των 21 δισ. ευρώ, καθιστώντας την Ιταλία υπ’ αριθμόν 2 εμπορική εταίρο της Ρωσίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τρίτη στον κόσμο μετά τη Γερμανία και την Κίνα. Οι επενδύσεις ξεκίνησαν την άνοιξη του 2005, όταν η ρωσική χαλυβουργία Severstal εξαγόρασε μερίδιο ελέγχου του ιταλικού κολοσσού των μετάλλων Lucchini. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο ρωσικός όμιλος Εvraz απέκτησε το 75% της ιταλικής κατασκευάστριας μεταλλικών ελασμάτων Palini e Bartoli. Τον Φεβρουάριο του 2006, η AFK Sistema υπέγραψε συμφωνία για την απόκτηση συμμετοχής στη Finmeccanica. Η διμερής ενεργειακή συνεργασία περιλαμβάνει κοινοπραξία μεταξύ της ρωσικής ενεργειακής ESN και της ιταλικής παρόχου ηλεκτρικής ενέργειας Enel, οι οποίες διαχειρίζονται από κοινού σταθμό θερμοηλεκτρικής ενέργειας στη Ρωσία.
Οι δεσμοί Μόσχας και Ρώμης έδειξαν να επισφραγίζονται και να ενισχύονται με τη συνάντηση του Μπάρι, της οποίας η συνέχεια δόθηκε αυτή την εβδομάδα, με τον ρωσικό αερομεταφορέα Aeroflot να ενώνει τις δυνάμεις του με την ιταλική τράπεζα UniCredit στη μάχη για την εξαγορά της προβληματικής Alitalia και την απόκτηση, εκ μέρους των ενεργειακών κολοσσών Eni και Enel, περιουσιακών στοιχείων της χρεοκοπημένης ρωσικής πετρελαϊκής Yukos (κατόπιν τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ των κ. Πούτιν και Πρόντι). Οι δύο εταιρείες είναι οι πρώτες ξένες που αποκτούν πρόσβαση σε περιουσία της Yukos, σε μια «νίκη» που θεωρήθηκε εν πολλοίς προαναγγελθείσα: δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αμέσως μετά έσπευσαν να… παραδώσουν το απόκτημά τους στην Gazprom, βάσει συμφωνίας του Νοεμβρίου που εκχωρούσε στο ρωσικό μονοπώλιο φυσικού αερίου δικαίωμα αγοράς ολόκληρης της συμμετοχής τους στην τέως Sibneft και νυν Gazprom Neft και του 51% των υπολοίπων αποκτημάτων τους. Κάτι που το ίδιο το μονοπώλιο προτίθεται να πράξει.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Eni, Πάολο Σκαρόνι, τόνισε ότι «η εξαγορά είναι ένα σημαντικό βήμα μπροστά στο πλαίσιο της στρατηγικής για την εξασφάλιση κοιτασμάτων στη μεγαλύτερη παραγωγό υδρογονανθράκων του κόσμου». Αλλωστε, κάποια από τα αποκτηθέντα κοιτάσματα βρίσκονται στο υπέδαφος της χερσονήσου Γιαμάλ, της περιοχής με τη μεγαλύτερη παραγωγή φυσικού αερίου στον κόσμο. Σημειωτέον ότι η Eni συμμετέχει ήδη στην κοινοπραξία CPC του αγωγού της Κασπίας, από κοινού με ρωσικές, καζακικές και διεθνείς εταιρείες όπως οι Chevron, Lukoil, ExxonMobil, BP, Rosneft, Shell, BG και Gazmunaigaz. Ο αγωγός αντλεί πετρέλαιο από το δυτικό Καζαχστάν και τη Σιβηρία και το μεταφέρει στο ρωσικό λιμάνι Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα.
Οπως παρατηρούσε τον Μάρτιο ο κ. Πρόντι, οι συμφωνίες του Μπάρι αποτελούν «την καλύτερη απόδειξη της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών». Ο Ιταλός πρωθυπουργός -που μοιάζει να εξελίσσεται στον καλύτερο «πρεσβευτή» της Ρωσίας στην Ευρώπη- έφθασε, μάλιστα, να προκαλέσει «ρίγη» σε όσους διαπιστώνουν με φόβο την αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας, κάνοντας λόγο για «αλληλεξάρτηση» Ρωσίας και Ε.Ε. στον χώρο αυτό. Η Ρωσία, που καλύπτει περισσότερο από το 25% των αναγκών της Ε.Ε. σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, είναι αποφασισμένη να εμφανιστεί ως αξιόπιστος εταίρος μετά την κρίση στις σχέσεις της με την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, οι οποίες οδήγησαν σε σύντομη διακοπή της προσφοράς προς τη δυτική Ευρώπη, στις αρχές του περασμένου και του τρέχοντος έτους. Στην πορεία αυτή τη διευκολύνει η έλλειψη μιας αποτελεσματικής κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που θα περιόριζε την εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια. Οι προτάσεις που κατέθεσε τον Ιανουάριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελούν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν υποχρεώνουν όμως τη Μόσχα να υιοθετήσει ανταγωνιστικότερες και πιο διαφανείς πολιτικές σε ό,τι αφορά τη μεταφορά και τις επενδύσεις σε ενέργεια. Αντιθέτως, οι χώρες της Ευρώπης συνεχίζουν να υπογράφουν διμερείς συμφωνίες, οι οποίες υπονομεύουν τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Οι 10 συμφωνίες του Μαρτίου αφορούσαν μεταξύ άλλων συνεργασία στον πολιτισμό και την εκπαίδευση, την αμοιβαία προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, τη συνεργασία μεταξύ της ιταλικής Alenia Aeronautica -μονάδας άμυνας του κολοσσού ηλεκτρονικών Finmeccanica- και της ρωσικής κατασκευάστριας μαχητικών αεροσκαφών Sukhoi για την ανάπτυξη του μεσαίου μεγέθους πολιτικού αεροσκάφους Superjet-100, που θα αντικαταστήσει τα ρωσικά Tu-154 και Tu-134. Αφορούσαν επίσης συνεργασία στον τραπεζικό κλάδο, μεταξύ της ρωσικής VTB και της ιταλικής Intesa-Sanpaolo. Η σημαντικότερη όλων, ωστόσο, ήταν εκείνη μεταξύ της Eni και της Gazprom, βάσει της οποίας η ρωσική εταιρεία αποκτά από τον τρέχοντα μήνα δικαίωμα απευθείας πώλησης 3 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως στους Ιταλούς καταναλωτές. Αντάλλαγμα, η εξασφάλιση της προσφοράς ρωσικού φυσικού αερίου ώς το 2035 και η συμμετοχή της Eni στην ανάπτυξη ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στην ενέργεια.
Τα πιθανά οφέλη της Ρωσίας από τη συνάντηση του Μπάρι εκτείνονται πολύ πέρα από την Ιταλία. Σε κοινό ανακοινωθέν μετά τη σύνοδο, οι δύο ηγέτες «συμφώνησαν ότι οι συνομιλίες για τη δημιουργία νέας στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ Ε.Ε. και Ρωσίας θα ξεκινήσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα». Προφανώς, η Ρωσία θεωρεί τις συμφωνίες με την Ιταλία βάση για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις της με άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε. Υπενθυμίζεται πως η Gazprom έχει ήδη συνάψει συμφωνίες αντίστοιχες με εκείνη του Νοεμβρίου με τις γερμανικές BASF και Ε.ΟΝ, τις οποίες ο κ. Πούτιν έχει χαρακτηρίσει «πρότυπο» για τις ξένες επενδύσεις στον κρατικά ελεγχόμενο ενεργειακό κλάδο της Ρωσίας.

