Εισροές-ρεκόρ κεφαλαίων στα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ

Εισροές-ρεκόρ κεφαλαίων στα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ

5' 18" χρόνος ανάγνωσης

Προ πενταετίας, η ρωσική χρηματοοικονομική κρίση βάρυνε το οικονομικό κλίμα στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, όπως και στην ευρύτερη πρώην Σοβιετική Ενωση. Σήμερα, όλα αυτά αποτελούν μια μακρινή ανάμνηση, η οποία καθίσταται ακόμα πιο μακρινή από τους ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης που παρουσίαζε από το 1998 η ευρύτερη περιοχή και όχι μόνον η Ρωσία.

Παρά το ξέσπασμα ενός πολέμου στο Ιράκ, τις μεταπτώσεις που έχουν συντελεστεί στις διεθνείς κεφαλαιακές αγορές και την πτώση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας από το 2000 και έπειτα, τα πρώην κράτη-μέλη της Σοβιετικής Ενωσης εμφανίζουν υψηλότερους του αναμενομένου ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Ρωσία κατέχει την πρωτοκαθεδρία, καθ’ ότι είναι η μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής, ενώ, φέτος, προβλέπεται ότι θα καταγράψει ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο του 6%. H ευρύτερη περιοχή εκτιμάται ότι θα εμφανίσει ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ σχεδόν 5% για το σύνολο του 2003 και αναμένεται να καταγραφούν ανάλογα ποσοστά για το επόμενο έτος.

Παρά την ατμόσφαιρα συντηρητισμού που επισκιάζει κάθε πρωτοβουλία στον τομέα του επιχειρείν, οι άμεσες ξένες επενδύσεις στα πρώην κράτη-μέλη της Σοβιετικής Ενωσης και τις χώρες της Αν. Ευρώπης έχουν αγγίξει επίπεδα-ρεκόρ, με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης (EBRD) να εκτιμά ότι το σύνολό τους θα πλησιάσει τα 28 δισ. δολάρια που καταγράφηκαν πέρυσι.

Αναπτυσσόμενες αγορές

Ο Λαξχίμι Μίταλ, διευθύνων σύμβουλος της διεθνούς εταιρείας χάλυβα LNM Group, η οποία αντιπροσωπεύει έναν από τους μεγαλύτερους ξένους επενδυτές στην περιοχή, δηλώνει τα εξής: «Οι αγορές αυτές είναι αναπτυσσόμενες, κάτι που δεν δύναται να αγνοήσει κανείς».

Ο κ. Μίταλ επιβεβαιώνει την άποψή του με την καταβολή μεγάλων χρηματικών ποσών, σε μορφή ρευστού, για την αγορά τεσσάρων χαλυβουργιών στην Πολωνία, ενώ η εταιρεία του κατέχει ήδη άλλες στη Δημοκρατία της Τσεχίας, τη Ρουμανία και το Καζακστάν. Ωστόσο, όπως παραδέχεται ο κ. Μίταλ, αυτή η περιοχή εξακολουθεί να είναι στιγματισμένη από πληθώρα προβλημάτων, η ρίζα των οποίων κρύβεται στην εποχή της Σοβιετικής Ενωσης. Τα πρώην κομμουνιστικά κράτη παραμένουν μια σχετικά φτωχή γωνιά του κόσμου, με δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους -οι περισσότεροι εκ των οποίων ζουν στην πρώην Σοβιετική Ενωση- να μη διαθέτουν τους πόρους για να τραφούν, να ζεσταθούν ή να εξασφαλίσουν έναν αξιοπρεπή ρουχισμό.

Παρά τα πρόσφατα εντυπωσιακά στοιχεία, το μέγεθος της ρωσικής οικονομίας είναι, σχεδόν, ανάλογο εκείνης της ολλανδικής, σε όρους δολαρίου. Πολλοί πολίτες της χώρας βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση συγκριτικά με την εποχή του κομμουνισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EBRD, η συνολική παραγωγή της περιοχής, σήμερα, αντικατοπτρίζει μόνον το 77% των δεδομένων που ίσχυαν το 1989.

Πλεονεκτικότερη θέση

Ενώ τα πιο ανεπτυγμένα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης και οι χώρες της Βαλτικής βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση συγκριτικά με την εποχή του κομμουνισμού, η παραγωγή στις χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι κατά 81% χαμηλότερη συγκριτικά με πριν και 65% χαμηλότερη στην πρώην Σοβιετική Ενωση.

Μεταξύ των υπό ένταξη στην E.E. χωρών, μόνον τρεις -και συγκεκριμένα η Σλοβακία, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Σλοβενία- διακρίνονται από ένα κατά κεφαλήν εισόδημα που ξεπερνά το ήμισυ του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος της E.E. επί τη βάσει του κριτηρίου αγοραστικής δύναμης.

Στο μεγαλύτερο τμήμα της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, τα εισοδήματα είναι κατά 25% χαμηλότερα συγκριτικά με τα επίπεδα της Ε.Ε.

Προκειμένου να καταργηθεί αυτό το χάσμα είναι απαραίτητη η πάροδος ολόκληρων δεκαετιών ταχείας ανάπτυξης. Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η σταθερότητα στον τομέα βιώσιμης ανάπτυξης θα επιτευχθεί μόνον εάν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών επιταχύνουν μεταρρυθμίσεις που επικεντρώνονται στη λειτουργία των αγορών. O πρόεδρος της EBRD, Ζαν Λεμιέρ, δήλωσε ότι «οι ρυθμοί ανάπτυξης των χωρών αυτών είναι ικανοποιητικοί, αλλά υπάρχουν περιθώρια μεγαλύτερης βελτίωσης. H λύση μπορεί να δοθεί μέσω της οδού των μεταρρυθμίσεων».

Αντιδράσεις για μεταρρυθμίσεις

Η δυσκολία στην επίτευξη αυτού του στόχου είναι ότι η πολιτική θέληση για την προώθηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων έχει αποδυναμωθεί σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας, η οποία διετέλεσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 πρωταγωνιστικό ρόλο σε ό,τι αφορά την εφαρμογή ριζοσπαστικών οικονομικών αλλαγών.

«Η υπομονή των ανθρώπων έχει εξαντληθεί», δηλώνει ο Τζανούζ Λεβαντόφσκι, βουλευτής του φιλελεύθερου κόμματος στην Πολωνία και πρώην υπουργός Ιδιωτικοποιήσεων. Στη συνέχεια, προσθέτει τα εξής: «Εχουν συντελεστεί τόσο πολλές αλλαγές στις ζωές τους. Σήμερα, αυτό που επιζητούν είναι λιγότερες αλλαγές και όχι περισσότερες».

Παράλληλα, αντιδράσεις για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων παραμένουν ισχυρές και πηγάζουν από κεκτημένα συμφέροντα και προέρχονται από γραφειοκράτες, πολιτικούς, διοικητικά στελέχη κρατικών επιχειρήσεων και συνδικαλιστές που εκπροσωπούν εργάτες, οι οποίοι απειλούνται από περικοπές προσωπικού.

Ορισμένοι παραμένουν εξαρτημένοι από δυνάμεις που είχαν «κληρονομήσει» από την εποχή του κομμουνισμού. Αλλοι υπερασπίζουν θέσεις που κατέκτησαν μέσα στην τελευταία δεκαετία, όπως είναι οι ισχυροί επιχειρηματίες της εποχής, οι οποίοι έχουν συνδυάσει την οικονομική ισχύ με τη δυνατότητα άσκησης επιρροής στον πολιτικό χώρο. Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα επωφεληθούν από το άνοιγμα των αγορών. H διαφθορά αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των χωρών αυτών.

Παρά ταύτα, έχει σημειωθεί πρόοδος στο μέτωπο των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στα περισσότερα κράτη, εξαιρουμένων τριών -δηλαδή του Ουζμπεκιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Μαυροβουνίου- όπου αυταρχικά καθεστώτα συνειδητά καθυστερούν ή αναβάλλουν τη διάλυση της κεντρικής κρατικής διοίκησης.

Χαρακτηριστικό είναι ότι τα μονοπάτια των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που ακολουθούν οι χώρες της περιοχής διαφέρουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, καθώς σβήνεται σταδιακά κάθε ίχνος του κοινού κομμουνιστικού παρελθόντος από πρόσφατες εξελίξεις.

Τρεις κατηγορίες

Ωστόσο, τα αυτόνομα πλέον κράτη χωρίζονται σε τρεις, κυρίως, κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν τα υπό ένταξη στην E.E. κράτη για το 2004, στη δεύτερη βρίσκονται τα κράτη της νοτιοοανατολικής Ευρώπης και η τρίτη απαρτίζεται από τη Συνομοσπονδία Ανεξάρτητων Κρατών, της οποίας επικεφαλής είναι η Ρωσία.

Οι ραγδαίοι ρυθμοί ανάπτυξης που παρουσιάζει πρόσφατα η Ρωσία οφείλονται κατά κύριο λόγο στην εκμετάλλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου, το μερίδιο των οποίων έχει αυξηθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της οικονομίας, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας. Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη και άλλων τομέων στην οικονομία έχουν αναχαιτιστεί από τη βραδεία εξέλιξη που παρατηρείται στην απελευθέρωση αγορών, όπως είναι η τραπεζική. Πέραν των εκλογών της Δούμα, που είναι δρομολογημένες για τα τέλη του έτους, ο πρόεδρος Πούτιν αντιμετωπίζει ένα ακόμη δίλημμα. H περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί περισσότερο έδαφος δράσης στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Ωστόσο, οι μοναδικοί Ρώσοι επιχειρηματίες που έχουν τα κεφάλαια για τα εισχωρήσουν σε νέες αγορές, όπως είναι η τραπεζική, είναι ολιγάρχες που ήδη κυριαρχούν σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους της χώρας. Ως εκ τούτου, η απελευθέρωση των αγορών σημαίνει ουσιαστικά την περαιτέρω συγκέντρωση οικονομικής ισχύς – δηλαδή την αντικατάσταση των κρατικών μονοπωλίων από ιδιωτικές ολιγαρχίες.

Ενα διέξοδο σ’ αυτό το πρόβλημα θα ήταν η ενθάρρυνση των ξένων επενδυτών. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση το στοιχείο του εθνικισμού αποτελεί ισχυρό επιχείρημα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT