Τον Απρίλιο συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια αφότου το Κοινοβούλιο της Ρωσίας, η Δούμα, προσπαθούσε να καθαιρέσει τον τότε πρόεδρο Μπόρις Γιέλτσιν, εγκαινιάζοντας μια περίοδο συγκρούσεων που έληξε επτά μήνες αργότερα, όταν ο Γιέλτσιν διέταξε τα τανκς να πυροβολήσουν την έδρα της Δούμα. Η νίκη του Γιέλτσιν έλυσε το ζήτημα ποιος κυβερνούσε τη Ρωσία και ποιος θα καθόριζε την οικονομική πολιτική. Αλλά ήσαν οι επιλογές οικονομικής πολιτικής του Γιέλτσιν οι ορθές για τη Ρωσία;
Το πέρασμα από τον κομμουνισμό στον καπιταλισμό μετά το 1991 είχε υποτεθεί ότι θα έφερνε μιαν ευημερία χωρίς προηγούμενο. Δεν το έκανε. Μέχρι την κρίση του ρουβλίου τον Αύγουστο του 1998, το εθνικό προϊόν είχε πέσει σχεδόν στο μισό και η φτώχεια είχε εκτιναχθεί από το 2% του πληθυσμού σε πάνω από 40%. Εκτοτε η επίδοση της Ρωσίας ήταν εντυπωσιακή, αλλά το ΑΕΠ της παραμένει σχεδόν 30% χαμηλότερο από το 1990. Με ετήσια μεγέθυνση 4%, η ρωσική οικονομία θα χρειαστεί μία ακόμα δεκαετία για να φτάσει εκεί που ήταν όταν κατέρρευσε ο κομμουνισμός.
Μια μετάβαση που διαρκεί δύο δεκαετίες, κατά τις οποίες η φτώχεια και η ανισότητα αυξάνεται σε τεράστιο βαθμό ενόσω κάποιοι λίγοι γίνονται πλούσιοι, δεν μπορεί να αποκαλείται νίκη για τον καπιταλισμό ή για τη δημοκρατία. Αλλωστε, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές διαγράφονται κάθε άλλο παρά ρόδινες: με τις επενδύσεις να φτάνουν μόλις το 10% του 1990, ακόμα και αν είναι καλύτερα κατανεμημένες, πώς μπορεί να διατηρηθεί η μεγέθυνση;
Οι νεοφιλελεύθεροι του τύπου του ΔΝΤ σερβίρουν τώρα μιαν ερμηνεία που συμποσούται σε μια καθυστερημένη κήρυξη νίκης. Η περίοδος οικονομικής επιδείνωσης πριν από το 1998, κατά τη γνώμη τους, αντανακλούσε την αδράνεια στη διαδικασία της μετάβασης, ενώ η κρίση του ρουβλίου κινητοποίησε τελικά τις αρχές να δράσουν, οπότε η ανάκαμψη ακολούθησε την εφαρμογή εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων.
Μετά την υποτίμηση
Αλλά η πραγματική εξήγηση βρίσκεται αλλού – και είναι πολύ απλούστερη. Μέχρι το 1998 το ρούβλι ήταν υπερτιμημένο, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον για τους εγχώριους παραγωγούς να ανταγωνισθούν τις εισαγωγές. Το ΔΝΤ δεν ήθελε η Ρωσία να το υποτιμήσει, και πρόσφερε δισεκατομμύρια δολάρια για να στηρίξει την ισοτιμία. Το ΔΝΤ και το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανησυχούσαν ότι κάθε αλλαγή της θα αναζωπύρωνε τον πληθωρισμό, διότι υπήρχε ελάχιστο, ή και καθόλου πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό.
Επρόκειτο για μιαν αξιοσημείωτη ομολογία: οι αξιωματούχοι αυτοί προφανώς πίστευαν ότι οι πολιτικές τους είχαν ρημάξει το μισό σχεδόν οικονομικό δυναμικό της Ρωσίας μέσα σε λίγα μόλις χρόνια – έκταση καταστροφής που δεν είχαν επιτύχει ούτε καν τα ναζιστικά στρατεύματα του Χίτλερ. Παρέκαμπταν τα στοιχεία σε μικρο-επίπεδο που έδειχναν ότι στην πραγματικότητα υπήρχε πλεονάζον δυναμικό, ακριβώς όπως αγνοούσαν την ανάλυση της Παγκόσμιας Τράπεζας που έδειχνε ότι νέα δάνεια από το ΔΝΤ δεν θα αποκαθιστούσαν την οικονομική μεγέθυνση, αλλά μόνο θα άφηναν τη χώρα βαθύτερα χρεωμένη.
Τα αποτελέσματα ήσαν προβλέψιμα: το σχέδιο διάσωσης του 1998 δεν απέδωσε, απέδωσε όμως η υποτίμηση. Οπως φάνηκε, υπήρχε τεράστιο πλεονάζον δυναμικό, και σύντομα άρχισε η υποκατάσταση των εισαγωγών, ακόμα και εν μέσω χρηματοοικονομικής αναταραχής. Οι εισαγωγές έπεσαν σχεδόν κατά 50% τη χρονιά μετά την υποτίμηση, καθώς οι καταναλωτές αναγκάζονταν να αγοράζουν ρωσικά τρόφιμα, ρούχα, και άλλα αγαθά.
Αργότερα, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου έδωσαν νέα ώθηση στην οικονομία, γεννώντας τους πόρους για επενδύσεις και για επέκταση. Τα κέρδη που δημιουργήθηκαν έφεραν τους πόρους για επέκταση. Επιβλήθηκαν έλεγχοι κεφαλαίων -ένα άλλο σκιάχτρο του νεοφιλελευθερισμού- και οι εγχώριοι επενδυτές αναζήτησαν ευκαιρίες στο εσωτερικό αντί στη Νέα Υόρκη, στην Κύπρο, ή στην Κυανή Ακτή.
Λεηλασία πλούτου
Ναι, η οικονομία της αγοράς μπορεί να παράσχει κίνητρα για τη δημιουργία πλούτου. Δυστυχώς, στα χρόνια των προγραμμάτων του ΔΝΤ που προηγήθηκαν, η οικονομία της αγοράς με υψηλά επιτόκια, παράνομες ιδιωτικοποιήσεις, άθλια επιχειρηματική διακυβέρνηση, και απελευθέρωση της αγοράς κεφαλαίων παρείχε μόνο κίνητρα για τη λεηλασία του υφισταμένου πλούτου. Η μεγέθυνση προκλήθηκε από την αλλαγή στο οικονομικό περιβάλλον, και την αλλαγή αυτή την έκανε η ίδια η Ρωσία. Η μεταρρυθμιστική Βουλή που εκλέχθηκε το 1999 μαζί με τη μεταρρυθμιστική κυβέρνηση του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές, άλλαξε σε βάθος το δικαιοδοτικό σύστημα, θέσπισε την ιδιωτική ιδιοκτησία της γης και υιοθέτησε νέα τραπεζική νομοθεσία. Πρόκειται για θετικές μεταρρυθμίσεις, που δεν εξηγούν όμως την έκρηξη της μεγέθυνσης μετά την κρίση, η οποία ξεκίνησε πριν ψηφισθεί οποιαδήποτε από αυτές, και βέβαια πριν αρχίσουν να εφαρμόζονται. Πράγματι, ακόμα και μέσα στην αναταραχή της στάσης πληρωμών και της υποτίμησης, και παρά τη συνήθη χρονική υστέρηση 12-18 μηνών της επίπτωσης μιας υποτίμησης, η Ρωσία είχε ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 5,4% στα τέλη του 1999.
Μακροπρόθεσμα, δεν θα πρέπει να μας ενδιαφέρει μόνον ο ρυθμός της οικονομικής μεγέθυνσης αλλά και το είδος της κοινωνίας που δημιουργείται. Για τους λεγόμενους μεταρρυθμιστές της Ρωσίας, η τεράστια συγκέντρωση της ιδιοκτησίας που ανέκυψε τη δεκαετία του 1990 ήταν αδιάφορη, εφόσον θα δημιουργούσε μεγέθυνση.
Υπάρχει ωστόσο μια άλλη θεώρηση της οικονομίας της αγοράς, που βασίζεται σε μεγαλύτερη ισότητα και χρησιμοποιεί τη δύναμη των αγορών για να φέρει ευημερία όχι μόνο στους λίγους αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία. Το γεγονός ότι η μετάβαση της Ρωσίας δεν το πέτυχε αυτό δεν εκπλήσσει. Επρόκειτο για στόχο που δεν περιλαμβανόταν στη θεώρηση των μεταρρυθμιστών. Το μεγάλο παράδοξο είναι ότι η οικονομική τους άποψη ήταν τόσο άκαμπτη, τόσο ιδεολογική, ώστε απέτυχαν ακόμα και στο στενότερο στόχο να προκαλέσουν οικονομική μεγέθυνση. Αυτό που πέτυχαν ήταν η αμιγής επιδείνωση.
Οπως κι αν ξαναγραφτεί η ιστορία, αυτό δεν αλλάζει.
Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Progect Syndicate τον Απρίλιο του 2003.

