Για αύξηση των πιστωτικών κινδύνων για τις ελληνικές τράπεζες, σε περίπτωση που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι παρατεταμένος, προειδοποιεί ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS, λόγω της υψηλής έκθεσης που έχουν σε ναυτιλία και τουρισμό.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει ο οίκος, o τουρισμός και η ναυτιλία διαδραματίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στις οικονομίες της Ελλάδας και της Κύπρου, εκθέτοντας και τις δύο χώρες σε αυξανόμενους κινδύνους από τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις, παρά την ακόμη ισχυρή μακροοικονομική δυναμική. Το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και οι διαταραχές στον εναέριο χώρο οδηγούν σε ανανεωμένη αναδρομολόγηση των πλοίων, υψηλότερο κόστος και ανοδική πίεση στα ναύλα, ενώ παράλληλα επιβαρύνουν τη ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια και τουρισμό.
Η έκθεση σε μεταφορές και αποθήκευση αντιπροσώπευε το 19,8% και 11,2% των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες για τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες το 2025, αντίστοιχα, έναντι 5,5% στην Ε.Ε., σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, αναφέρει η DBRS. Ταυτόχρονα, οι εκθέσεις των δύο τραπεζικών κλάδων σε δραστηριότητες παροχής καταλυμάτων και εστίασης αντιπροσώπευαν το 11,1% και 21,2% των δανείων αντίστοιχα, έναντι μόλις 2,6% στην Ε.Ε. Αν και αυτά τα στοιχεία δεν αφορούν απαραίτητα μόνο τη ναυτιλία και τον τουρισμό, αποτελούν καλή ένδειξη για την αξιολόγηση του μεγέθους του τραπεζικού δανεισμού σε Ελλάδα και Κύπρο προς αυτούς τους κλάδους, τονίζει ο οίκος.
Η μεγάλη σημασία του τουρισμού καταδεικνύεται από το συγκριτικά μεγάλο μερίδιο των ξενοδοχείων και των εστιατορίων στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και στις δύο οικονομίες, εξηγεί η DBRS. Εκτός από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, ο τουρισμός επηρεάζει επίσης αρκετούς άλλους κλάδους υπηρεσιών, όπως οι μεταφορές και η ψυχαγωγία, και έχει σημαντικές έμμεσες επιπτώσεις στις μακροοικονομικές εξελίξεις, ιδίως όσον αφορά την ιδιωτική κατανάλωση, καθώς απασχολεί μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού. Ο πόλεμος είναι πιθανό να μειώσει τον τουρισμό, ο οποίος αποτελούσε σημαντικό μοχλό ανάπτυξης και στις δύο χώρες τα τελευταία χρόνια, εκτιμά ο οίκος.
Η σημασία της ναυτιλίας και στις δύο οικονομίες είναι λιγότερο έντονη από τον τουρισμό, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στις περισσότερες άλλες οικονομίες της Ε.Ε. Οι ελληνικές τράπεζες λαμβάνουν κάποια ανακούφιση από μια πιο παγκόσμια προσανατολισμένη και υποστηριζόμενη από περιουσιακά στοιχεία χρηματοδότηση της ναυτιλίας, όπως επισημαίνει η DBRS.
Τα χαρτοφυλάκια δανείων προς τη ναυτιλία παραμένουν κυρίως επικεντρωμένα στα τμήματα των δεξαμενόπλοιων και των φορτηγών πλοίων, με πιο περιορισμένη έκθεση στο συνήθως πιο ασταθές τμήμα των εμπορευματοκιβωτίων και στα επιβατηγά πλοία.
Η συνεχιζόμενη αύξηση των ναύλων και η επιμήκυνση των ναυτιλιακών διαδρομών ενισχύουν προσωρινά τις ταμειακές ροές των πλοιοκτητών και βελτιώνουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους, παρέχοντας ένα βραχυπρόθεσμο «μαξιλάρι» για την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών.
Ωστόσο η αύξηση των γεωπολιτικών ασφαλίστρων κινδύνου και του κόστους καυσίμων, σε συνδυασμό με πιθανώς χαμηλότερους όγκους εμπορίου, συμβάλλουν στη συμπίεση των λειτουργικών περιθωρίων, αυξάνοντας τελικά τον πιστωτικό κίνδυνο για τις ελληνικές τράπεζες.
Εκτός των παραπάνω, ο πόλεμος εισάγει δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως αυξημένο κόστος ενέργειας, ανανεωμένες πληθωριστικές πιέσεις, ασθενέστερες προοπτικές ανάπτυξης και πιθανές διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού, τονίζει ο οίκος. Αυτό αναμένεται να ωθήσει την ΕΚΤ σε αυξήσεις επιτοκίων, κάτι που θα μπορούσε να στηρίξει την κερδοφορία των τραπεζών, αλλά τελικά θα επηρεάσει τον όγκο των δανείων, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος χρηματοδότησης και τις πιέσεις στην ποιότητα ενεργητικού μακροπρόθεσμα.
Οπως καταλήγει η DBRS, η διάρκεια και η ένταση του πολέμου παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες των τελικών πιστωτικών επιπτώσεων για τις τράπεζες. Πάντως, οι ελληνικές τράπεζες, όπως και οι κυπριακές, διατηρούν ισχυρή κερδοφορία και κεφαλαιακά αποθέματα, τα οποία θα βοηθήσουν στην πλοήγηση σε ένα πιο επικίνδυνο λειτουργικό περιβάλλον.

