Ανέκαμψαν τον Φεβρουάριο οι καθαρές εκταμιεύσεις δανείων προς επιχειρήσεις, μετά τη «βουτιά» που υπήρξε τον Ιανουάριο, μήνα κατά τον οποίο η καθαρή ροή χρηματοδότησης ήταν αρνητική, υποχωρώντας περίπου κατά 2 δισ. ευρώ. Η καθαρή ροή χρηματοδότησης αποτυπώνει τις νέες εκταμιεύσεις δανείων μετά την αφαίρεση των αποπληρωμών προηγούμενων οφειλών και σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ ανέκαμψε τον Φεβρουάριο κατά 1,2 δισ. ευρώ, ποσό που διοχετεύτηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δάνεια προς επιχειρήσεις. Η ανάκαμψη στήριξε και τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης, που σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις διατηρήθηκε στο 9,9% έναντι ρυθμού 10,7% που έκλεισε στο τέλος του 2025, ανεβάζοντας τα συνολικά δάνεια προς επιχειρήσεις στα 91 δισ. ευρώ.
Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης για όλο τον ιδιωτικό τομέα, που περιλαμβάνει και τα νοικοκυριά, ήταν χαμηλότερος –στο 7,7%–, καθώς η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά ήταν μόλις 28 εκατ. ευρώ, σημάδι της υποτονικής ζήτησης για νέα δάνεια και των υψηλών αποπληρωμών παλαιότερων οφειλών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η καθαρή ροή στεγαστικών δανείων ήταν μόλις 12 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα το χαρτοφυλάκιο των στεγαστικών δανείων να διαμορφώνεται μόλις σε 25,6 δισ. ευρώ. Αλλα 19 εκατ. ευρώ ήταν η καθαρή ροή καταναλωτικών δανείων, διαμορφώνοντας το σύνολο των οφειλών από καταναλωτικά δάνεια στα 8,6 δισ. ευρώ. Σε χαμηλά επίπεδα και συγκεκριμένα μόλις στα 3,7 δισ. ευρώ παραμένει ο δανεισμός των ελεύθερων επαγγελματιών, των ατομικών και αγροτικών επιχειρήσεων, με την καθαρή ροή χρηματοδότησης να είναι αρνητική.
Το ίδιο διάστημα οι καταθέσεις των ιδιωτών αυξήθηκαν οριακά κατά 74 εκατ. ευρώ, σταθεροποιώντας τα υπόλοιπα των καταθέσεων που έχουν τα νοικοκυριά στις τράπεζες στα 154,1 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 33,4 δισ. ευρώ είναι σε προθεσμιακούς λογαριασμούς και τα υπόλοιπα σε τρεχούμενους.
Οι επιχειρήσεις από την πλευρά τους διατηρούν στις τράπεζες 53,4 δισ. ευρώ, με τα υπόλοιπα να καταγράφουν μείωση κατά 519 εκατ. ευρώ τον Φεβρουάριο, και κατά περίπου 5 δισ. ευρώ σε σχέση με τα τέλη του 2025. Η εξέλιξη των καταθέσεων από την πλευρά των επιχειρήσεων δεν συνιστά προς το παρόν λόγο ανησυχίας, καθώς πρόκειται για δάνεια που είχαν εκταμιευθεί στα τέλη του προηγούμενου χρόνου και τα οποία πλέον αναλώνονται για την αγορά πρώτων υλών ή επενδυτικών σχεδίων. Κρίσιμο θεωρείται το επόμενο διάστημα, οπότε και θα αρχίσουν να φαίνονται οι πρώτες συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με την αύξηση των τιμών για πρώτες ύλες.

