Στις περιοχές που κατέγραψαν το μεγαλύτερο αγοραστικό ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές τα τελευταία χρόνια, όπως το κέντρο της Αθήνας και τα νότια προάστια, εντοπίζεται και η μεγαλύτερη υποχώρηση των αποδόσεων από την εκμετάλλευση κατοικιών. Επιπλέον, στις περισσότερες περιοχές της Αττικής, την περίοδο 2019-2025, οι τιμές πώλησης κατοικιών αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τις τιμές αύξησης των ενοικίων, κάτι που ώθησε την απόδοση προς τα κάτω, μιας και αυξήθηκε το ύψος της απαιτούμενης επένδυσης, χωρίς να υπάρξει ανάλογη ή και υψηλότερη αύξηση του προσδοκώμενου εσόδου (ενοίκιο).
Αυτά είναι ορισμένα από τα κύρια συμπεράσματα που προκύπτουν με βάση το πρώτο «Θερμόμετρο» της αγοράς ακινήτων, που επιχειρεί να δώσει μια «πυξίδα» σε ενδιαφερομένους σχετικά με το πόσο ελκυστικές ή όχι είναι οι επιμέρους περιοχές κατοικίας για την υλοποίηση επενδύσεων. Αλλο ένα πολύ σημαντικό εύρημα είναι ότι οι περιοχές που εμφανίζουν υψηλότερη απόδοση, δεν είναι πάντα και οι φθηνότερες.
Οι τιμές πώλησης κατοικιών αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τις τιμές αύξησης των ενοικίων.
Το «Θερμόμετρο» της αγοράς ακινήτων παρουσιάστηκε πρόσφατα στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ελλάδα 2026: Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις», που διοργάνωσε ο επενδυτής και αναλυτής της αγοράς ακινήτων Ηλίας Παπαγεωργιάδης και βασίζεται σε δεδομένα της πλατφόρμας Spitogatos.gr, όπως η μέση τιμή πώλησης κι ενοικίασης διαμερισμάτων ανάμεσα στο 2019 και το 2025, ώστε να προκύπτει και η απαιτούμενη σύγκριση και να απαντάται το ερώτημα, «πόσο κεφάλαιο χρειάζεται να επενδύσει κάποιος σε κάθε περιοχή, ώστε να εισπράττει ενοίκιο 1.000 ευρώ/μήνα (προ φόρων);». Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τον κ. Παπαγεωργιάδη, «αν και θα περίμενε κανείς οι πιο περιζήτητες περιοχές να έχουν χαμηλότερες αποδόσεις και οι λιγότερο δημοφιλείς υψηλότερες, τα δεδομένα του “Θερμομέτρου” δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει πάντα».
Οπως εξηγεί ο κ. Δημήτρης Μελαχροινός, διευθύνων σύμβουλος του Spitogatos.gr, «το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι παρόμοιες αποδόσεις που παρατηρούνται σε περιοχές με εντελώς διαφορετική ζήτηση. Για παράδειγμα, απαιτούνται περίπου 342 ενοίκια για την αγορά κατοικίας στη Γλυφάδα, 335 στην Πετρούπολη και 332 στη Δραπετσώνα. Ναι μεν το κόστος αγοράς στη Γλυφάδα είναι πολύ μεγαλύτερο, όμως η απόδοση είναι παραπλήσια, κάτι που δείχνει τη μεγάλη έλλειψη προσφοράς ακινήτων προς πώληση στην Πετρούπολη και στη Δραπετσώνα, στοιχείο που ανέβασε τις τιμές».
Επομένως, ο εντοπισμός περιοχών όπου τα ενοίκια αυξήθηκαν έστω με τον ίδιο ρυθμό με τις τιμές πώλησης, προσφέρει τη δυνατότητα να εξασφαλιστούν υψηλότερες αποδόσεις και αντίστροφα. Με βάση τα στοιχεία αυτά, προκύπτει ότι το κέντρο της Αθήνας και τα νότια προάστια έχουν τη χαμηλότερη απόδοση, καθώς οι τιμές αυξήθηκαν με πολύ ταχύτερο ρυθμό κατά μέσον όρο. Ειδικότερα, στο κέντρο της Αθήνας το 2025 απαιτούνταν 212 ενοίκια για την αγορά ενός επενδυτικού διαμερίσματος (που να αποφέρει έσοδα 1.000 ευρώ/μήνα), έναντι 161 ενοικίων που απαιτούνταν το 2019, μια αύξηση κατά 30%. Τη χαμηλότερη απόδοση εμφανίζει το ιστορικό κέντρο με 317 ενοίκια. Αντίστοιχα, στα νότια προάστια, παρατηρείται επίσης αύξηση κατά 29% των απαιτούμενων ενοικίων, από 241 ενοίκια το 2019 σε 311 ενοίκια το 2025, με τη χειρότερη απόδοση όμως να εμφανίζει η περιοχή της Αργυρούπολης με 387 ενοίκια.

