Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου της Folli Follie και τρία χρόνια από την οριστική επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, οι ομολογιούχοι της εταιρείας, στην πλειονότητά τους ξένοι επενδυτές, παραμένουν χωρίς καμία αποζημίωση. Μέχρι σήμερα η προοπτική να ανακτήσουν μέρος των χρημάτων τους μοιάζει μακρινή καθώς σκοντάφτει σε σύνθετες γραφειοκρατικές και νομικές διαδικασίες. Και όλα αυτά την ίδια ώρα που η χώρα μας αγωνίζεται να οικοδομήσει διεθνώς τον τίτλο του ελκυστικού επενδυτικού προορισμού.
Οι συνεχείς καθυστερήσεις και οι πολύπλοκες νομικές εμπλοκές έχουν εξαντλήσει την υπομονή μιας ομάδας πιστωτών. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο Πάτρικ Ρούεγκ, που συντονίζει ενεργά το λεγόμενο μπλοκ του ελβετικού ομολόγου, η ομάδα ετοιμάζεται πλέον να καταθέσει προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία θα στρέφεται κατά του ελληνικού Δημοσίου. Η ενέργεια θα βασιστεί ειδικά στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο επιτρέπει την προσφυγή σε υπερεθνικά ένδικα μέσα όταν οι εθνικές διαδικασίες καθυστερούν υπερβολικά ή αποδεικνύονται στην πράξη αναποτελεσματικές.
Το βασικό αίτημα των ομολογιούχων είναι να «ξεπαγώσουν» τα περιουσιακά στοιχεία της Folli Follie, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται ορισμένα από τα πιο εμβληματικά ακίνητα του ομίλου, όπως τα κεντρικά γραφεία στον Αγιο Στέφανο. Η συνολική αξία τους, πριν από μερικά χρόνια, είχε εκτιμηθεί γύρω στα 200 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, τα ακίνητα αυτά είχαν δεσμευθεί από την Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος το 2018, αφού θεωρήθηκαν προϊόν παράνομης δραστηριότητας. Για να προχωρήσει το «ξεπάγωμά» τους, πρώτα πρέπει να ολοκληρωθεί το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, δηλαδή να αποφανθεί η Δικαιοσύνη για τις ποινικές ευθύνες των τότε ιδιοκτητών, Δημήτρη και Τζώρτζη Κουτσολιούτσου, οι οποίοι σε πρώτο βαθμό είχαν καταδικαστεί σε φυλάκιση 10-17 ετών.
Η συμφωνία εξυγίανσης, μέσω της οποίας θα αποζημιώνονταν, δεν έχει υλοποιηθεί, αν και έχουν περάσει τρία χρόνια από την επικύρωσή της.
Επειτα από αλλεπάλληλες αναβολές, πριν από μερικούς μήνες ξεκίνησε η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, με την οριστική απόφαση να μην αναμένεται πριν από ένα έως δύο χρόνια. Μέχρι τότε, τα εμβληματικά αυτά ακίνητα παραμένουν δεσμευμένα, αφήνοντας τους πιστωτές σε αναμονή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ομολογιούχοι της Folli Follie, οι οποίοι είχαν αγοράσει ομολογίες είτε στην πρωτογενή είτε στη δευτερογενή αγορά, βρέθηκαν να ελέγχουν τα 430 εκατ. ευρώ του δανεισμού της εταιρείας, δεν κατήγγειλαν τα δάνειά της, μια κίνηση που θα οδηγούσε αυτομάτως στην πτώχευσή της.
«Κάτι τέτοιο δεν το ήθελαν. Ο στόχος τους ήταν η εταιρεία να παραμείνει ενεργή, ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο των ακινήτων της. Γι’ αυτό και συμφώνησαν σε ένα σχέδιο εξυγίανσης, καθώς ήταν οι μοναδικοί πιστωτές της. Στους μόνους που χρωστάει η Folli Follie είναι οι ομολογιούχοι», σημειώνουν στην «Κ» πηγές με γνώση του θέματος και προσθέτουν: «Στο πλαίσιο της συμφωνίας δέχθηκαν τη διαγραφή του συνόλου των 430 εκατ. ευρώ χρέους, αφήνοντας μόνο 60 εκατ. ευρώ, κρατώντας το υγιές κομμάτι της εταιρείας που θεωρούσαν βιώσιμο. Στη συνέχεια, θα εξοφλούνταν αυτά τα 60 εκατ. μέσω ομολόγου που θα εξέδιδε η νέα Folli Follie και όταν τα ακίνητα αποδεσμεύονταν, θα περνούσαν στον έλεγχο των ομολογιούχων».
Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει τρία χρόνια από την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, η διαδικασία παραμένει κολλημένη. Οπως επισημαίνει ο κ. Ρούεγκ, η απογοήτευσή του είναι μεγάλη, καθώς το σχέδιο δεν υλοποιείται και οι ομολογιούχοι εξακολουθούν να βρίσκονται χωρίς αποζημίωση.
Ερωτηματικό προκαλεί και η στάση της νέας εταιρείας, FF OpsCo, που συστάθηκε τον Μάρτιο του 2023. Μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιεύσει κάποιο οικονομικό ισολογισμό και, σύμφωνα με τον κ. Ρούεγκ, δεν παρέχεται καμία πληροφόρηση για την τρέχουσα δραστηριότητά της. Πληροφορίες της «Κ» αναφέρουν ότι η αιτιολογία για τη μη δημοσίευση των ισολογισμών είναι πως η παλιά εταιρεία, η οποία ήταν εισηγμένη, δεν έχει κλείσει τα λογιστικά βιβλία της, μιας και η διοίκηση Κουτσολιούτσου είχε καταψηφίσει τον ισολογισμό του 2019. Μέχρι να επιλυθούν οι προηγούμενες εκκρεμότητες, η νέα εταιρεία δεν μπορεί να προχωρήσει σε δημοσίευση.

