Εκκληση για άμεση και στοχευμένη πολιτική δράση απευθύνουν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης ενόψει της άτυπης συνόδου των ηγετών της Ε.Ε. για την ανταγωνιστικότητα στις 12 Φεβρουαρίου. Κεντρικό αίτημα αποτελεί η μείωση του συνολικού ενεργειακού κόστους, το οποίο παρά το πέρασμα αρκετών ετών από το ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης και την υιοθέτηση πολλών πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο εξακολουθεί να παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που αντιπροσωπεύουν κύκλο εργασιών άνω του 1,5 τρισ. ευρώ και απασχολούν 6,6 εκατ. εργαζομένους, βρίσκονται αντιμέτωπες με πρωτοφανείς πιέσεις που απειλούν τη βιωσιμότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους.
Το ενεργειακό κόστος παραμένει υπερδιπλάσιο σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, οι τιμές των δικαιωμάτων CO2 έχουν σχεδόν τετραπλασιαστεί σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο και οι πιέσεις από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και τις σοβαρές παγκόσμιες διαταραχές στο εμπόριο εντείνονται περαιτέρω από τους αμερικανικούς δασμούς.
Οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις μετρούν απώλειες έως και 40% της παραγωγής και 1,5 εκατ. θέσεων εργασίας από το 2008.
«Η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να μειώσει το συνολικό ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας», αναφέρει το κείμενο προς τους ηγέτες της Ε.Ε. Οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις –που μετρούν απώλειες έως και 40% της παραγωγής και 1,5 εκατ. θέσεων εργασίας από το 2008– προτείνουν την άμεση λήψη βραχυπρόθεσμων μέτρων μείωσης χρεώσεων δικτύου, φόρων και τελών σε συνδυασμό με έναν σαφή οδικό χάρτη για τη μακροπρόθεσμη αποκλιμάκωση του κόστους ενέργειας, επισημαίνοντας τους κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Στόχος είναι το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία να προσεγγίσει τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της έκθεσης Ντράγκι, ώστε να αποκατασταθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής μεταποίησης.
Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της Ε.Ε., αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, περιορισμένη πρόσβαση σε μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) και αυξανόμενα συνολικά κόστη συστήματος. Τα κόστη αυτά συνδέονται τόσο με επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας όσο και με την ασφάλεια εφοδιασμού (π.χ. χρεώσεις δικτύου, χρηματοδότηση ΑΠΕ και κρίσιμων πρώτων υλών, καθώς και φόρους και τέλη).
Δεύτερη βασική προτεραιότητα για τον κλάδο αποτελεί η μείωση του κόστους άνθρακα, με αίτημα την αναστολή κάθε περαιτέρω αύξησης το 2026. Οι προγραμματισμένες αυξήσεις του κόστους άνθρακα κρίνονται εξαιρετικά επιζήμιες, δεδομένης της σοβαρότητας της τρέχουσας κρίσης και του διεθνούς περιβάλλοντος. Οπως επισημαίνεται, η αύξηση του κόστους άνθρακα σε αυτή τη φάση αντιβαίνει άμεσα στον στόχο της καθαρής βιομηχανικής συμφωνίας για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας και τη διευκόλυνση επενδύσεων απανθρακοποίησης. Αντιθέτως, αποδυναμώνει περαιτέρω την επενδυτική ικανότητα των επιχειρήσεων.
Κρίσιμη θεωρείται, επίσης, η πλήρης επιστροφή των εσόδων του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) στους τομείς που επηρεάζονται, προκειμένου να στηριχθούν επενδύσεις απανθρακοποίησης. «Μια αποτελεσματική απάντηση στις πιέσεις του κόστους άνθρακα δεν μπορεί να περιμένει την αναθεώρηση του ΕTS μετά το 2030», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Τρίτο ζήτημα αιχμής αποτελεί η αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και απειλών για την οικονομική ασφάλεια. Οι βιομηχανίες ζητούν ενίσχυση των πόρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαχείριση των ερευνών εμπορικής άμυνας, προσαρμοσμένους κανόνες και νέα εργαλεία για την κάλυψη σύγχρονων μορφών στρεβλώσεων, καθώς και αποτελεσματική αξιοποίηση μηχανισμών όπως ο κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις. Επιπλέον, σημειώνεται ότι οι ενεργοβόρες βιομηχανίες πρέπει να αναγνωριστούν ρητά ως δυνητικοί δικαιούχοι των μέτρων που ανακοινώθηκαν στην κοινή ανακοίνωση της 3ης Δεκεμβρίου για την ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας της Ε.Ε.
Τέλος στις προτεραιότητες τίθεται η δημιουργία ζήτησης για «προϊόντα με ευρωπαϊκή σφραγίδα». Το σκεπτικό που συνοδεύει την πρόταση, είναι ότι παρότι οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες λειτουργούν με τα υψηλότερα διεθνώς πρότυπα βιωσιμότητας, ασφάλειας και καινοτομίας, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν αντανακλώνται επαρκώς στις αγοραστικές επιλογές. Ρυθμιστικές αρχές, παραγωγοί και καταναλωτές οφείλουν να διασφαλίσουν τη συνέπεια μεταξύ των ευρωπαϊκών αξιών και των αγοραστικών επιλογών, δημιουργώντας ενεργά ζήτηση για προϊόντα «περήφανα κατασκευασμένα στην Ευρώπη».
Στο πλαίσιο αυτό, οι ενεργοβόρες βιομηχανίες στηρίζουν την εισαγωγή προσεκτικά σχεδιασμένων κριτηρίων τοπικού περιεχομένου και ευρωπαϊκής προτίμησης στις δημόσιες συμβάσεις για συγκεκριμένες αλυσίδες αξίας, βασισμένων στην προστιθέμενη αξία εντός της Ε.Ε. σε παγκοσμίως ολοκληρωμένες εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς και στη μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς την προέλευση των προϊόντων.
Τα μέτρα αυτά, σύμφωνα με τον κλάδο, θα πρέπει να ενσωματωθούν σε επερχόμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες –ιδίως στον νόμο για τη βιομηχανική επιτάχυνση, τον νόμο για την κυκλική οικονομία και την αναθεώρηση της οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις– με προσοχή ώστε να αποφεύγονται διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

