Το ποσό των 750 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 3,5% άντλησε χθες η Alpha Bank μέσω της έκδοσης ομολόγου κύριας εξασφάλισης (senior preferred). Οι προσφορές για το ομόλογο, που είναι διάρκειας επτά ετών με δυνατότητα ανάκλησης στο έκτο έτος, ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ. Η νέα έκδοση συνδυάστηκε με τη δυνατότητα που δόθηκε στους κατόχους υφιστάμενου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 450 εκατ. ευρώ και κουπονιού 7,5%, με ημερομηνία ανάκλησης τον Ιούνιο 2026, να το ρευστοποιήσουν νωρίτερα ή να το ανταλλάξουν με τη νέα έκδοση. Στη συναλλαγή συμμετέχουν ως συνδιοργανωτές οι Citi, Deutsche Bank, JPMorgan, HSBC, UBS και UniCredit.
Την JPMorgan χρησιμοποιεί η UniCredit ως αντισυμβαλλόμενο για την αντιστάθμιση της συμμετοχής της στην Alpha Bank, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες γνωστοποιήσεις για τη θέση της αμερικανικής τράπεζας.
Η Alpha Bank ανακοίνωσε ότι από τις 29 Ιανουαρίου η JPMorgan κατέχει εμμέσως ποσοστό 1,21% των δικαιωμάτων ψήφου, μέσω περίπου 28 εκατ. μετοχών. Παράλληλα, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα έχει στην κατοχή της χρηματοοικονομικά παράγωγα τα οποία, εφόσον οδηγηθούν σε φυσικό διακανονισμό, μπορούν να της αποδώσουν επιπλέον 139,75 εκατ. μετοχές, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 6,04% των δικαιωμάτων ψήφου.
Τα παράγωγα αυτά περιλαμβάνουν τόσο call όσο και put options, δηλαδή αγοράς και πώλησης μετοχών. Τα call options αφορούν περίπου 4,75 εκατ. μετοχές (0,21%), με δυνατότητα άσκησης έως τον Ιούλιο του 2027, ενώ τα put options καλύπτουν περίπου 135 εκατ. μετοχές (5,83%), με περίοδο άσκησης έως τον Μάιο του 2028. Συνολικά, τα δυνητικά δικαιώματα ψήφου της JPMorgan θα μπορούσαν να ανέλθουν στο 7,25%. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, η ενίσχυση της παρουσίας της JPMorgan μέσω παραγώγων δεν αποτελεί αυτόνομη επενδυτική κίνηση, αλλά συνδέονται άμεσα με τη μεγάλη έκθεση που έχει αποκτήσει ο ιταλικός τραπεζικός όμιλος UniCredit στην ελληνική τράπεζα. Η συμφωνία αφορά μηχανισμό αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) και διαχείρισης του κεφαλαιακού αντικτύπου από τη μεγάλη συμμετοχή που διατηρεί ο ιταλικός όμιλος στην Alpha Bank.
Υπενθυμίζεται πως η UniCredit έχει αποκτήσει ποσοστό περίπου 30% σε μια τράπεζα με χρηματιστηριακή αποτίμηση που υπερβαίνει τα 10 δισ. ευρώ, γεγονός που συνεπάγεται αυξημένη έκθεση στις διακυμάνσεις της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση παραγώγων θεωρείται συνήθης πρακτική για επενδύσεις τέτοιου μεγέθους, καθώς επιτρέπει τον περιορι-σμό των κινδύνων από ενδεχόμενες έντονες πτωτικές κινήσεις της αγοράς.
Η συμφωνία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα πώλησης των μετοχών σε προκαθορισμένη τιμή έως τον Απρίλιο του 2028, «κλειδώνοντας» ένα κατώτατο επίπεδο αξίας για τη συμμετοχή της UniCredit. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται ο κίνδυνος κεφαλαιακών απωλειών και διευκολύνεται η τεκμηρίωση προς τις εποπτικές αρχές και τους μετόχους ότι η επένδυση δεν δημιουργεί ανάγκη λογιστικών επιβαρύνσεων σε αρνητικά σενάρια.
ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

