Εάν κάποιος παρατηρητής επιχειρούσε πριν από δεκαπέντε χρόνια να χαρτογραφήσει την εγχώρια ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με μια εικόνα απόλυτης βιομηχανικής ερήμωσης: παρωχημένες εγκαταστάσεις, απλήρωτοι εργαζόμενοι, συσσωρευμένες ζημίες και πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Με μια λέξη, ανυποληψία. Σήμερα, ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει ανατραπεί, με τον κλάδο να διαγράφει τροχιά ανάκαμψης από το σημείο μηδέν προς το στοίχημα της μετατροπής του σε κρίσιμο γεωστρατηγικό βραχίονα για την ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης, αλλά και σε εξαγωγέα τεχνογνωσίας προς τις αναδυόμενες αγορές της Ασίας.
Η διαδρομή αυτή ξεκίνησε δειλά. Το πρώτο βήμα ήταν το μοντέλο εξυγίανσης του Νεωρίου Σύρου, με στρατηγικό επενδυτή τον όμιλο ONEX στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Ακολούθησε ο διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση του Σκαραμαγκά με στρατηγικό επενδυτή τον εφοπλιστή Γιώργο Προκοπίου, αλλά και η συμφωνία εξυγίανσης των ναυπηγείων Ελευσίνας με επενδυτή ξανά την ONEX.
Ετσι, στην αυγή του 2026, δύο εξελίξεις δείχνουν να πιστοποιούν την «ενηλικίωση» του κλάδου. Αφενός, η εμπέδωση της αμερικανικής στρατηγικής παρουσίας στα ναυπηγεία της Ελευσίνας και, αφετέρου, η εξωστρεφής στροφή των ναυπηγείων Σαλαμίνας προς την Ινδία.
Τα ναυπηγεία της Ελευσίνας υπό την ONEX είναι στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος.
Συγκεκριμένα, η πρόσφατη υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας (MoU) την περασμένη Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου, μεταξύ των ναυπηγείων Σαλαμίνας και της ινδικής ACT Infraport Ltd, παρουσία του πρέσβη της Ινδίας στην Αθήνα Ρουντρέντρα Τάντον, σηματοδοτεί μια, έστω και συμβολική, αναβάθμιση του ρόλου της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας. Η συμφωνία προβλέπει τη μεταφορά ελληνικής τεχνογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών για την ίδρυση μιας νέας, σύγχρονης ναυπηγικής μονάδας στο Γκουτζαράτ της Ινδίας.
Το γεγονός ότι μια ελληνική εταιρεία καλείται να παράσχει τεχνογνωσία για την κατασκευή και επισκευή πλοίων έως και κατηγορίας Capesize σε μια αγορά όπως η ινδική δεν είναι τυχαίο. Αντικατοπτρίζει την τεχνολογική ωρίμανση που επήλθε μέσα από τη συμμετοχή των ναυπηγείων Σαλαμίνας σε απαιτητικά προγράμματα, όπως η κατασκευή τμημάτων (blocks) για τις φρεγάτες FDI της γαλλικής Naval Group, αλλά και καινοτόμα έργα όπως η μη επανδρωμένη πλατφόρμα θαλάσσιας επιτήρησης USSPS. Η ελληνική πλευρά, λειτουργώντας πλέον ως στρατηγικός εταίρος και όχι ως απλός υποκατασκευαστής, εξάγει τεχνογνωσία διοίκησης και παραγωγής, δημιουργώντας μια γέφυρα συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας στην ευρύτερη περιοχή της Νότιας Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
Την ίδια ώρα, τα ναυπηγεία της Ελευσίνας υπό την ONEX εξελίσσονται σε επίκεντρο αμερικανικού ενδιαφέροντος. Η χρηματοδότηση ύψους 125 εκατ. δολ. από την αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα DFC (US International Development Finance Corporation) έβαλε τέλος στην αβεβαιότητα για το μέλλον της μονάδας και σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας εποχής. Για την Ουάσιγκτον, η επένδυση στην Ελευσίνα δεν αφορά στενά ναυπηγικά κριτήρια, αλλά υπηρετεί έναν ευρύτερο σχεδιασμό ανάσχεσης της κινεζικής επιρροής και δημιουργίας ενός αξιόπιστου ενεργειακού και επισκευαστικού κόμβου για το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.
Τη γεωπολιτική αυτή διάσταση επιβεβαίωσαν και οι πρόσφατες επισκέψεις υψηλόβαθμων Αμερικανών αξιωματούχων. Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του Αμερικανού υπουργού Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ, ο οποίος κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελευσίνα, χαρακτήρισε τα ναυπηγεία «κρίσιμο ενεργειακό κόμβο» για την ευρύτερη περιοχή.

