Εμφαση στην περαιτέρω ενίσχυση και αναβάθμιση των υπηρεσιών της στο λεγόμενο «τελευταίο μίλι» δίνει η ACS, η οποία διατηρεί μερίδιο περίπου 25% στο σύνολο της εγχώριας αγοράς ταχυμεταφορών. Το «τελευταίο μίλι» αφορά το τελικό στάδιο της διαδρομής ενός δέματος, από το κέντρο διαλογής μέχρι την πόρτα του παραλήπτη, και θεωρείται το πιο κρίσιμο αλλά και το πιο απαιτητικό κομμάτι της εφοδιαστικής αλυσίδας. Στο σημείο αυτό διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό η εμπειρία του πελάτη και κρίνονται η ταχύτητα, η αξιοπιστία και η ποιότητα της εξυπηρέτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει επικεντρωθεί στην ανάπτυξη του δικτύου των έξυπνων θυρίδων (lockers), οι οποίες σήμερα είναι περισσότερες από 1.250 σε όλη την Ελλάδα.
Για τον σκοπό αυτό η εταιρεία, η οποία ανήκει στον όμιλο Quest του Θεόδωρου Φέσσα, έχει δεσμεύσει επενδύσεις ύψους 10-11 εκατ. ευρώ για το σύνολο της φετινής χρονιάς, εκ των οποίων η πλειονότητα έχει ήδη υλοποιηθεί. Αντίστοιχο ύψος επενδύσεων προβλέπεται και για το 2026, έτος κατά το οποίο ο στόχος είναι ο διπλασιασμός των αυτόματων θυρίδων, ώστε να προσεγγίσουν τις 3.000 εγκατεστημένες μονάδες μέχρι το τέλος της χρονιάς. Η στρατηγική επέκτασης των αυτόματων σημείων παραλαβής αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποδοτική για την εταιρεία, καθώς σήμερα περίπου 15% των παραγγελιών παραδίδονται μέσω αυτών των λύσεων, έναντι μόλις 5% πριν από ένα χρόνο.
«Αναπτύσσουμε με fast-track διαδικασίες το δίκτυο των lockers και καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια θα έχει η συνεργασία μας με τη Skroutz. Συνδυάζοντας τα δύο δίκτυα σε πανελλαδικό επίπεδο, θα μπορούμε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να πλησιάσουμε ακόμη και τα 4.000 σημεία», ανέφερε κατά τη χθεσινή ενημέρωση των αναλυτών ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Quest, Απόστολος Γεωργαντζής.
Σχολιάζοντας την απόφαση της γερμανικής GLS, η οποία πριν από περίπου ένα χρόνο εισήλθε στην ACS αποκτώντας το 20%, να μην ασκήσει τον περασμένο μήνα το δικαίωμα εξαγοράς του υπόλοιπου 80%, ο κ. Γεωργαντζής διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη αλλαγής στις προθέσεις της εταιρείας και ότι η συνεργασία συνεχίζεται κανονικά. «Η εκτίμησή μας είναι ότι η GLS αποφάσισε να μεταφέρει αυτή την απόφαση για την επόμενη χρονιά. Ως εκ τούτου, προσανατολίζεται στο να προχωρήσει στη συναλλαγή στο τέλος Οκτωβρίου 2026», ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Εφόσον ολοκληρωθεί η συμφωνία, στα ταμεία του ομίλου θα εισρεύσει σημαντική ρευστότητα, ύψους 296 εκατ. ευρώ, όπως έχει ήδη συμφωνηθεί. Τα κεφάλαια αυτά προορίζονται, μεταξύ άλλων, για την επιβράβευση των μετόχων, κατά το πρότυπο των έκτακτων μερισμάτων που ακολουθούν μεγάλες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, καθώς και για τη χρηματοδότηση μιας νέας εξαγοράς που θα ενισχύσει και θα συμπληρώσει το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο του ομίλου.
Να σημειωθεί ότι στο εννεάμηνο του έτους, η ACS κατέγραψε θετική πορεία, με τις πωλήσεις να αυξάνονται κατά 1,8% και τα κέρδη προ φόρων κατά 8%, ενώ το τρίτο τρίμηνο κινήθηκε με ρυθμό ανάπτυξης άνω του 5%.

