Τέθηκε υπό δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο με το οποίο θεσπίζεται ο θεσμός της Φορολογικής Δεσμευτικής Απάντησης (ΦΔΑ) από τη Φορολογική Διοίκηση. Σύμφωνα με το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών ο φορολογούμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, θα έχει τη δυνατότητα, με την καταβολή παραβόλου, να υποβάλλει αίτηση και να λαμβάνει από την ΑΑΔΕ εκ των προτέρων ερμηνεία της ισχύουσας νομοθεσίας επί φορολογικών και τελωνειακών ζητημάτων που ανακύπτουν με βάση συγκεκριμένα και επαρκώς καθορισμένα περιστατικά, που δεν έχουν ακόμα πραγματοποιηθεί. Για την έκδοση ΦΔΑ βασική προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη πραγματικού ζητήματος ερμηνείας των εφαρμοστέων διατάξεων. Η ΦΔΑ θα είναι δεσμευτική για τη Φορολογική Διοίκηση και θα παραμένει σε ισχύ για όσο χρονικό διάστημα: α) δεν μεταβάλλονται τα εξετασθέντα περιστατικά ή η σχετική νομοθεσία, β) δεν υπάρχει αντίθετη ερμηνεία από ανώτατο δικαστήριο, και γ) τηρούνται οι τυχόν όροι και προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Το ύψος του απαιτούμενου παραβόλου θα κυμαίνεται από 15.000 έως 50.000 ευρώ και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης θα επιστρέφεται στον αιτούντα το ποσό πέραν των 5.000 ευρώ.
Δεν επιβάλλονται μέτρα στέρησης της προσωπικής περιουσίας των εταίρων για φορολογικά χρέη της εταιρείας εφόσον κατά τον χρόνο τέλεσης φορολογικών παραβάσεων δεν ασκούσαν διαχειριστικές εξουσίες. Την κρίση του Εφετείου επιβεβαίωσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε υπόθεση επιβολής διασφαλιστικών μέτρων που στρέφονταν κατά της προσωπικής περιουσίας ομόρρυθμων εταίρων, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της εταιρείας. Συγκεκριμένα, τα μέτρα αυτά είχαν επιβληθεί από τη Φορολογική Αρχή αφενός σε εκείνους και αφετέρου στο ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, κατόπιν ελέγχου που ανέδειξε μη ορθή απόδοση ΦΠΑ προς το Δημόσιο. Μετά την ακύρωση των διοικητικών μέτρων από το Πρωτοδικείο, η Διοίκηση προσέφυγε στο ΣτΕ ασκώντας αίτηση αναίρεσης. Ωστόσο το δικαστήριο τόνισε ότι για την επιβολή μέτρων στην προσωπική περιουσία των εταίρων δεν αρκεί η συμμετοχή τους στην εταιρεία, αλλά είναι απαραίτητο να έχουν διαχειριστικές εξουσίες κατά τον χρόνο τέλεσης των φορολογικών παραβάσεων (ΣΤΕ 825/2025).
Δαπάνες αγορών ή υπηρεσιών από συναλλαγές με αλλοδαπή οντότητα που δεν φορολογείται ουσιαστικά στη χώρα σύστασής της και δραστηριοποιείται εκτός αυτής δεν εκπίπτουν εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει με πληρότητα ότι οι συναλλαγές είναι πραγματικές. Το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στην επιχείρηση και απαιτείται ιχνηλάτηση της δαπάνης σε τιμολόγια, πληρωμές, παραστατικά διακίνησης και αντιστοίχιση με τα βιβλία. Ιδίως όταν κρίσιμα αποδεικτικά είναι σε ξένη γλώσσα, η προσκόμισή τους χωρίς επίσημη μετάφραση μπορεί να τα καταστήσει μη αξιοποιήσιμα, με αποτέλεσμα να χάνεται τεκμηρίωση για μέρος ή και το σύνολο της δαπάνης. Συνεπώς, δεν αρκεί η πραγματικότητα της συναλλαγής· απαιτείται και αποδεικτική πληρότητα, σε μορφή που να μπορεί να ελεγχθεί (ΣτΕ 2003/2025).
Ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας μιας εταιρείας δεν αποκλείει από μόνος του την υπαγωγή της σε ΦΠΑ ούτε το δικαίωμά της για έκπτωση ή επιστροφή φόρου εισροών όταν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα. Στην απόφαση αυτή κρίθηκε ότι αλλοδαπή συνεργατική εταιρεία με υποκατάστημα στην Ελλάδα, η οποία παρείχε τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προς αεροπορικές εταιρείες-μέλη της, μπορούσε κατ’ αρχήν να ζητήσει επιστροφή ΦΠΑ, παρότι η φορολογική διοίκηση είχε θεωρήσει ότι ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας της απέκλειε το σχετικό δικαίωμα. Το ΣτΕ δέχθηκε επίσης ότι το υποκατάστημα στην Ελλάδα και το κεντρικό στις Βρυξέλλες αποτελούν ενιαίο φορολογικό υποκείμενο, ώστε, αφού οι συμβάσεις, η κοστολόγηση και η τιμολόγηση γίνονταν από το κεντρικό, δεν απαιτούνταν ιδιαίτερα παραστατικά από το υποκατάστημα, ενώ οι εκροές του κεντρικού θεωρούνταν και εκροές του υποκαταστήματος. Με αυτά τα δεδομένα, απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως της ΑΑΔΕ και διατηρήθηκε η κρίση ότι η εταιρεία είχε κατ’ αρχήν δικαίωμα επιστροφής ΦΠΑ, κατόπιν ελέγχου των βιβλίων και των παραστατικών της (ΣτΕ 1996/2025).
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η προϋπόθεση πολυετούς διαμονής στην Ελλάδα για τη χορήγηση του επιδόματος παιδιού αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο. Ειδικότερα, η υπόθεση αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης της συγκεκριμένης παροχής, η οποία εξαρτάται από προηγούμενη διαμονή στην Ελλάδα διάρκειας πέντε ετών ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, δώδεκα ετών. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η προϋπόθεση αυτή αποκλείει από την παροχή πρόσωπα που διαμένουν ή εργάζονται σε άλλο κράτος-μέλος, καθώς και περιπτώσεις όπου τα τέκνα διαμένουν εκτός Ελλάδας. Παράλληλα, θίγεται και το σχετικό δικαίωμα υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε κράτος-μέλος της Ενωσης και υπάγονται στους ενωσιακούς κανόνες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των ασφαλιζομένων εντός της Ε.Ε. και περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Βάσει των ανωτέρω, ζητεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης να διαπιστώσει την παράβαση και να καταδικάσει την Ελλάδα στα δικαστικά έξοδα (C-17/26).
Πηγή: Grant Thornton

