Κυβερνήσεις, αγορές και πολίτες ανησυχούν για τις ενεργειακές αναταράξεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή και τις συνέπειές τους. Αυτοί όμως που πραγματικά έχουν χάσει τον ύπνο τους είναι οι κεντρικοί τραπεζίτες, ιδιαίτερα στη Βόρειο Αμερική και στην Ευρώπη. Το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού γίνεται ο εφιάλτης τους. Καλούνται να χρησιμοποιήσουν τα βασικά εργαλεία της νομισματικής πολιτικής γνωρίζοντας ότι με τη χρήση τους μπορούν να «σπρώξουν» την οικονομία προς αντίθετες κατευθύνσεις, άλλες επιθυμητές, άλλες ανεπιθύμητες.
Ο στασιμοπληθωρισμός περιγράφει τη συνύπαρξη ασθενούς (ή στάσιμης) οικονομικής ανάπτυξης, αυξανόμενης ανεργίας και πληθωρισμού, μια κατάσταση που, στο παραδοσιακό κεϊνσιανό πλαίσιο, θεωρείται σχεδόν αδύνατη. Πώς είναι δυνατόν οι τιμές να αυξάνονται όταν η οικονομία παραμένει στάσιμη; Ο όρος αποδίδεται στον Iain Macleod, ο οποίος ήδη από το 1965 προειδοποιούσε για ένα φαινόμενο «στασιμότητας με πληθωρισμό» στη βρετανική οικονομία. (Αργότερα, οικονομολόγοι όπως ο Milton Friedman προσέθεσαν τη θεωρητική θεμελίωση του φαινομένου, υποστηρίζοντας ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες και οι διαταραχές της προσφοράς μπορούν να διαρρήξουν τη σχέση αντιστάθμισης μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας που υποδήλωνε η καμπύλη Phillips.) Με απλά λόγια, είναι η στιγμή που η οικονομική μηχανή ταυτόχρονα υπερθερμαίνεται αλλά και σβήνει…
Ιστορικά, οι ενεργειακές κρίσεις, ιδίως εκείνες που σχετίζονται με το πετρέλαιο, υπήρξαν οι πιο χαρακτηριστικοί πυροδότες του στασιμοπληθωρισμού, αν και δεν είναι οι μόνοι. Η ενέργεια κατέχει την κεντρική θέση διότι αποτελεί βασικό συντελεστή παραγωγής (input) σχεδόν σε κάθε οικονομική δραστηριότητα. Οι διαταραχές στην προσφορά τείνουν να αυξάνουν το κόστος παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα τη μειώνουν. Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1978-79 αποτελούν τα κλασικά παραδείγματα. Η πρώτη ακολούθησε τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο και το εμπάργκο του OPEC, οδηγώντας σε εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες, εξαρτημένες από εισαγόμενη ενέργεια, βρέθηκαν αντιμέτωπες με εκτίναξη του κόστους παραγωγής, πτώση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε ραγδαία, όχι μόνο λόγω της ενέργειας, αλλά και εξαιτίας δευτερογενών επιδράσεων, όπως οι μισθολογικές διεκδικήσεις και η χαλαρή νομισματική πολιτική. Το δεύτερο ενεργειακό σοκ, που συνδέθηκε με την ιρανική επανάσταση, επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση, διπλασιάζοντας εκ νέου τις τιμές. Και στις δύο περιπτώσεις, ο στασιμοπληθωρισμός δεν εμφανίστηκε ακαριαία, αλλά μέσα σε ένα έως δύο έτη, καθώς οι αυξήσεις κόστους διαχέονταν στην οικονομία και οι πολιτικές αντιδράσεις αποδεικνύονταν ανεπαρκείς ή καθυστερημένες. Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1990-91, μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ, προκάλεσε πρόσκαιρη άνοδο των τιμών, με πιο περιορισμένες στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις λόγω της μικρότερης διάρκειας και της έγκαιρης αντίδρασης των νομισματικών πολιτικών. Πιο πρόσφατα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 διατάραξε όχι μόνο την αγορά πετρελαίου, αλλά και τις αγορές φυσικού αερίου και αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας ιδιαίτερα τις ενεργειακά εξαρτημένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Το αποτέλεσμα ήταν άνοδος του πληθωρισμού παράλληλα με επιβράδυνση της ανάπτυξης, μια εικόνα που θύμιζε στασιμοπληθωρισμό, αν και μετριάστηκε από την ταχεία αντίδραση της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής. Η παρούσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή και η δραστική μείωση στη διέλευση πλοίων μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα Στενά του Ορμούζ αναζωπυρώνουν τον φόβο επανεμφάνισης του φαινομένου. Οι αναλυτές εστιάζουν σε δύο παραμέτρους, το μέγεθος όσο και τη διάρκεια της διαταραχής. Μια πρόσκαιρη διακοπή θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη, αλλά παροδική αύξηση τιμών. Μια παρατεταμένη κρίση, αντιθέτως, θα ενίσχυε τον πληθωρισμό και θα επιβράδυνε αισθητά την ανάπτυξη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται ενώπιον του γνωστού διλήμματος: Σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής και ύφεση, ή χαλάρωση και πληθωρισμός;
Ενα άλλο εύλογο ερώτημα κοινής λογικής σχετίζεται με τη χρονική αλληλουχία στην εκδήλωση του στασιμοπληθωρισμού μετά ένα ενεργειακό σοκ. Ο πληθωρισμός εμφανίζεται πρώτος, καθώς οι αυξήσεις στην ενέργεια μετακυλίονται άμεσα στις τιμές και στο κόστος παραγωγής. Η στασιμότητα ακολουθεί με καθυστέρηση, καθώς η αγοραστική δύναμη διαβρώνεται και οι επενδύσεις περιορίζονται. Η αλληλουχία αυτή αντανακλά ευρύτερους οικονομικούς συσχετισμούς. Η αύξηση των τιμών ενέργειας λειτουργεί ως ένας φόρος επί καταναλωτών και επιχειρήσεων, ωθώντας άμεσα τις τιμές προς τα πάνω. Αντιθέτως, οι υφεσιακές επιπτώσεις εκδηλώνονται σταδιακά, καθώς οι επιχειρήσεις περιορίζουν την παραγωγή και τα νοικοκυριά τις δαπάνες τους. Η νομισματική πολιτική μπορεί είτε να επιταχύνει είτε να μετριάσει αυτή τη διαδικασία. Μια χαλαρή νομισματική πολιτική μπορεί να στηρίξει προσωρινά την ανάπτυξη, αλλά ενέχει τον κίνδυνο εδραίωσης του πληθωρισμού. Μια περιοριστική νομισματική πολιτική μπορεί να ανακόψει τον πληθωρισμό, αλλά να επιδεινώσει την ύφεση. Οι κεντρικοί τραπεζίτες κατηγορούνται συχνά ότι «τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις». Προς υπεράσπισή τους, θα έλεγα ότι καλούνται να αντιδράσουν σε εξωγενείς δυνάμεις που έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση και έχουν αποκτήσει τη δική τους δυναμική, χωρίς να είναι δυνατό να προβλεφθούν εγκαίρως.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες βρίσκονται ενώπιον του γνωστού διλήμματος: Σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής και ύφεση ή χαλάρωση και πληθωρισμός;
Οσον αφορά τη διάρκεια των στασιμοπληθωριστικών επεισοδίων, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι μπορούν να διαρκέσουν αρκετά χρόνια, ακόμη και μετά την υποχώρηση του αρχικού ενεργειακού σοκ. Στη δεκαετία του 1970 χρειάστηκε σχεδόν μία δεκαετία και μια αποφασιστική στροφή στη νομισματική πολιτική για να αποκατασταθεί η σταθερότητα των τιμών. Η επιμονή των στασιμοπληθωριστικών επιπτώσεων οφείλεται κυρίως στις δευτερογενείς επιδράσεις, προερχόμενες από τη λεγόμενη δίνη μισθών – τιμών (wage – price spiral) και τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Οταν ο πληθωρισμός εδραιωθεί στην κοινωνική συμπεριφορά και στις εργασιακές συμβάσεις, η εξάλειψή του απαιτεί σταθερή και αξιόπιστη νομισματική πολιτική που είναι, βραχυπρόθεσμα οικονομικά και μακροπρόθεσμα πολιτικά, επώδυνη. Ενα είναι το γεγονός, η σκιά της κρίσης πάνω στην οικονομία συνήθως διαρκεί περισσότερο από την ίδια την κρίση.
Στις τρέχουσες συνθήκες του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι προβλέψεις παραμένουν διχασμένες. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι οι σημερινές αγορές ενέργειας είναι πιο διαφοροποιημένες και ευέλικτες, σε βαθμό που μπορούν να απορροφήσουν ένα μέτριο σοκ χωρίς να οδηγήσουν, ιδιαίτερα τις δυτικές οικονομίες, σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού. Αλλοι είναι πιο απαισιόδοξοι. Εξίσου σημαντικό, να παρατηρήσουμε ότι όλες οι οικονομίες δεν είναι στον ίδιο βαθμό ευάλωτες στις επιπτώσεις μιας ενεργειακής κρίσης. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, δύσκαμπτες αγορές εργασίας και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, όπως και αρκετές αναπτυσσόμενες οικονομίες. Η Αμερική, ο Καναδάς, αλλά και η Κίνα, επηρεάζονται λιγότερο. Ενα παράπλευρο δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι η συνολική αρχιτεκτονική μιας οικονομίας καθορίζει αν ένα ενεργειακό σοκ θα έχει παροδικές επιπτώσεις ή θα τείνει να μετατραπεί σε παρατεταμένη οικονομική δυσλειτουργία.
Ας κλείσουμε όπως αρχίσαμε, με τις κεντρικές τράπεζες. Σε περιόδους που διαφαίνονται στασιμοπληθωριστικοί κίνδυνοι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, μόνο δύσκολες επιλογές. Οπως μας υπενθυμίζει ο Milton Friedman, ο πληθωρισμός είναι σε τελική ανάλυση ένα νομισματικό φαινόμενο· η τιθάσευσή του όμως, ιδίως όταν η ανάπτυξη υποχωρεί, απαιτεί λεπτή ισορροπία μεταξύ τέχνης και επιστήμης. Εντέλει, η νομισματική πολιτική είναι το μοναδικό διαθέσιμο εργαλείο, αλλά ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιείται με ακρίβεια και αποφασιστικότητα, διότι αλλιώς η θεραπεία κινδυνεύει να αποδειχθεί εξίσου επώδυνη με την ασθένεια.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

