«Πώς μία χώρα που δεν μπορεί να βάλει δύο τρένα σε ξεχωριστές ράγες θα μπορέσει να λειτουργεί έναν πυρηνικό αντιδραστήρα;». Ηταν η εύλογη απορία ενός φοιτητή κατά την ομιλία μας στο ΕΜΠ για την πυρηνική ενέργεια λίγους μήνες μετά την τραγωδία των Τεμπών.
Κατά την άποψή μας, αυτό είναι το ερώτημα με τη μεγαλύτερη ουσιαστική βαρύτητα και η εξέτασή του μπορούν να συμβάλουν περισσότερο από κάθε άλλο στη δημόσια συζήτηση για τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα. Τις τελευταίες μέρες, δεκάδες άρθρα προσεγγίζουν το θέμα, προσφέροντας αναλύσεις σχετικά με τα οφέλη και τις προκλήσεις της πυρηνικής ενέργειας. Κάθε προσέγγιση είναι πολύτιμη και όλες οι γνώμες πρέπει να ακουστούν, ώστε να ωριμάσει ο δημόσιος διάλογος. Οι τεχνικές προσεγγίσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές και θα αποτελέσουν τη βάση ώστε η κυβέρνηση να λάβει μια τεκμηριωμένη εθνική απόφαση για την έναρξη ή μη ενός πυρηνικού προγράμματος.
Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει σαφέστατα ότι η επιτυχία εφαρμογής ενός πυρηνικού προγράμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποδοχή του από την κοινωνία. Η δημόσια αποδοχή λοιπόν δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαία προϋπόθεση. Κατ’ επέκτασιν, η ερώτηση του φοιτητή είναι εύλογη. Υπερβαίνει τα στενά όρια μιας τεχνικής προσέγγισης και φέρνει στο προσκήνιο τον «ελέφαντα στο δωμάτιο»: το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεγάλου μέρους της κοινωνίας προς τους θεσμούς. Οταν οι πολίτες δεν εμπιστεύονται επαρκώς κρίσιμες κρατικές λειτουργίες και δημόσιες υπηρεσίες, είναι αναμενόμενο να δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να εμπιστευθούν ένα τόσο πολύπλοκο θέμα όπως η πυρηνική ενέργεια. Στο ερώτημα αν η χώρα μας είναι έτοιμη για την πυρηνική εποχή, η απάντηση είναι απλή. Οχι. Δεν συζητούμε καν αν η Ελλάδα μπορεί αύριο να πατήσει ένα κουμπί και να λειτουργήσει με ασφάλεια έναν πυρηνικό αντιδραστήρα. Το ζητούμενο είναι αν η χώρα θέλει και χρειάζεται να μπει σε μια διαδικασία που θα διαρκέσει τουλάχιστον μία δεκαετία για να χτίσει, με διεθνή βοήθεια και αυστηρό έλεγχο, τις προϋποθέσεις για να αναπτύξει το δικό της εθνικό πυρηνικό πρόγραμμα. Μια νέα χώρα όπως η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αυτοσχεδιάσει. Ενας από τους λόγους, άλλωστε, που η ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος απαιτεί χρόνια είναι η απαίτηση για σωστή στελέχωση και εκπαίδευση του εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς και η διαμόρφωση διαδικασιών, θεσμών και ενός πλαισίου λειτουργίας με βάση τα διεθνή πρότυπα, που θα εμπνέει εμπιστοσύνη στην κοινωνία.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η επιτυχία εφαρμογής ενός πυρηνικού προγράμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποδοχή του από την κοινωνία.
Οταν μια κοινωνία δυσπιστεί απέναντι στους ίδιους τους θεσμούς της, η αποδοχή της πυρηνικής ενέργειας γίνεται ακόμη πιο απαιτητική. Η απάντηση, όμως, μπορεί εν μέρει να βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο έχει δομηθεί η πυρηνική βιομηχανία. Δηλαδή, όχι πάνω στην τυφλή εμπιστοσύνη προς τον άνθρωπο, αλλά πάνω στην παραδοχή ότι ο ανθρώπινος παράγων μπορεί να σφάλλει. Η πυρηνική βιομηχανία είναι ίσως ο πιο αυστηρά ελεγχόμενος βιομηχανικός τομέας ακριβώς επειδή ξεκινάει από την παραδοχή ότι λάθη μπορεί να συμβούν. Αυτή η παραδοχή είναι η βάση για την ανάπτυξη συγκεκριμένης εργασιακής κουλτούρας που έχει πολλαπλά επίπεδα ελέγχου, συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, εξονυχιστικής αδειοδότησης και επαναλαμβανόμενης εξωτερικής αξιολόγησης τόσο από εγχώριους όσο και από διεθνείς ανεξάρτητους οργανισμούς. Η ελληνική κοινωνία δεν χρειάζεται να πειστεί εκ των προτέρων για τα πλεονεκτήματα της πυρηνικής ενέργειας. Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να ενημερωθεί αντικειμενικά για τα υπέρ και τα κατά από ειδικούς, με απλή και κατανοητή γλώσσα, χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς. Παράλληλα, το κράτος οφείλει, με σοβαρότητα, διαφάνεια και εξωτερικό έλεγχο, να χτίσει τις προϋποθέσεις ώστε η πυρηνική ενέργεια να μπορέσει να ενταχθεί στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Αυτές είναι οι δύο βασικές προϋποθέσεις για να προετοιμαστεί το έδαφος για μια ιστορική εθνική επιλογή.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι αν η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να χτίσει με συνέπεια και σε βάθος χρόνου τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στην πυρηνική εποχή και όχι αν είναι σήμερα έτοιμη γι’ αυτό. Αν η απάντηση είναι ναι, τότε το επόμενο βήμα δεν είναι η βιασύνη, αλλά η σταδιακή και αξιόπιστη οικοδόμηση των προϋποθέσεων που απαιτεί ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα.
*Ο κ. Στάθης Βλασσόπουλος και ο κ. Διονύσης Χιώνης είναι συνιδρυτές της Athlos Energy, της πρώτης ελληνικής εταιρείας πυρηνικής ενέργειας.

