Η ένταση στη Μ. Ανατολή επαναφέρει με οξύ τρόπο έναν γνώριμο κίνδυνο για την Ευρώπη: το ενεργειακό σοκ και τις ευρύτερες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και η ενίσχυση της αβεβαιότητας επηρεάζουν ήδη τις προοπτικές ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, η οποία εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στο 1% το 2026.
Η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη συγκυρία πιο ισχυρή από ό,τι στο παρελθόν. Η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί κοντά στο 2%, επίπεδο σχεδόν διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι επενδύσεις, που προσεγγίζουν το 18% του ΑΕΠ, συμβάλλουν στη μείωση του επενδυτικού κενού έναντι της Ευρωζώνης – το οποίο εκτιμάται ότι το 2026 θα διαμορφωθεί στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται με σταθερό ρυθμό, ενισχύοντας περαιτέρω την αξιοπιστία της οικονομίας και τη σταθερότητα.
Ταυτόχρονα, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά –η μεγαλύτερη πτώση στην Ε.Ε. από το 2019– και πλέον βρίσκεται κάτω από το 9%.
Σε συνδυασμό με την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, διαμορφώνεται μια πιο ανθεκτική βάση για την κατανάλωση και την οικονομική δραστηριότητα. Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα μιας συνεκτικής πολιτικής: της σωρευτικής αύξησης του κατώτατου μισθού κατά περίπου 42% την περίοδο 2019-2026, της βελτίωσης της οικονομικής δραστηριότητας που ενισχύει και τους μέσους μισθούς, της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών που ενισχύει το καθαρό εισόδημα της εργασίας, καθώς και της γενναίας φορολογικής μεταρρύθμισης του 2025, τα αποτελέσματα της οποίας αναμένεται να αποτυπωθούν στο τρέχον έτος. Αυτά τα μεγέθη δεν αποτελούν απλώς στατιστική πρόοδο – συνιστούν ένα ουσιαστικό απόθεμα ανθεκτικότητας απέναντι σε εξωγενείς αναταράξεις. Ωστόσο, η έκθεση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αμελητέα. Ενα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ δεν μπορεί παρά να επηρεάσει την οικονομική δραστηριότητα και τις προσδοκίες, με την ένταση των επιπτώσεων να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης. Παράλληλα, δεν μπορούν να αποκλειστούν και δευτερογενείς επιδράσεις, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν τη μεσοπρόθεσμη δυναμική.
Η εμπειρία των προηγούμενων κρίσεων έχει ενισχύσει τα αντανακλαστικά της οικονομικής διακυβέρνησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική πολιτική εστιάζεται σε μια ισορροπημένη προσέγγιση: έγκαιρες και στοχευμένες παρεμβάσεις για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, με ταυτόχρονη συνετή δημοσιονομική στάση, ώστε να υπάρχει επαρκής «χώρος» για δράση εφόσον η κρίση παραταθεί. Η εμπειρία των προηγούμενων κρίσεων έχει ενισχύσει τα αντανακλαστικά της οικονομικής διακυβέρνησης, επιτρέποντας γρήγορες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις ώστε να περιορίζεται η μετακύλιση του κόστους στην πραγματική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, σε ένα περιβάλλον κοινών προκλήσεων, η απάντηση οφείλει να είναι συντονισμένη. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, περισσότερη Ευρώπη: ενισχυμένη συνεργασία, βαθύτερη ενοποίηση και ενιαία προσέγγιση. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας, διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο στις ευρωπαϊκές διεργασίες και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση των πολιτικών.
Η χώρα διαθέτει πλέον την εμπειρία, τα εργαλεία και την αξιοπιστία για να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διαχείριση των βραχυπρόθεσμων πιέσεων, αλλά η διασφάλιση ότι η τρέχουσα συγκυρία δεν θα ανακόψει τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή πορεία. Με συνέπεια στη δημοσιονομική πολιτική, εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων, ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικής και διατήρηση της εμπιστοσύνης, η ελληνική οικονομία μπορεί όχι μόνο να αντέξει, αλλά να βγει από τη συγκυρία αυτή πιο ισχυρή.
*Η κ. Ζαφείρα Καστρινάκη είναι πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

