Η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να αποκλιμακώνει προσωρινά τις γεωπολιτικές εντάσεις, ωστόσο το οικονομικό αποτύπωμα για την Ευρωπαϊκή Eνωση παραμένει βαρύ και μεσοπρόθεσμα επίμονο. Ιδιαίτερα επιφυλακτική εμφανίζεται η Κομισιόν για τις μακροοικονομικές επιπτώσεις της κρίσης, ωστόσο απορρίπτονται μέτρα δημοσιονομικής «χαλάρωσης», όπως η ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής.
Αν και ήδη σημειώθηκε μετά την εκεχειρία αποκλιμάκωση στις αγορές –με πτώση του κόστους δανεισμού, άνοδο των χρηματιστηρίων και υποχώρηση των τιμών ενέργειας– το ενεργειακό «κόστος» στην Ευρώπη παραμένει περίπου κατά ένα τρίτο υψηλότερο σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ακόμη και αν υπάρξει μόνιμη ειρήνη, οι ζημιές στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στον Κόλπο θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως. «Αυτή η κρίση δεν θα είναι βραχύβια», προειδοποίησε χθες η εκπρόσωπος της Επιτροπής Αννα-Κάισα Ιτκόνεν.
Από την πλευρά του, ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις, σε σημερινή συνέντευξή του στους Financial Times, χαρακτήρισε την εκεχειρία «ευπρόσδεκτο βήμα προς την αποκλιμάκωση», αλλά προειδοποίησε ότι ο οικονομικός αντίκτυπος παραμένει «υψηλά αβέβαιος» και πως «είναι σαφές ότι αντιμετωπίζουμε ένα στασιμοπληθωριστικό σοκ».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Βρυξελλών, εάν οι τιμές ενέργειας δεν επιστρέψουν στα προπολεμικά επίπεδα, η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ε.Ε. θα μπορούσε να μειωθεί κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες φέτος, ενώ ο πληθωρισμός θα αυξηθεί κατά 1,5%.
Παράλληλα, η Επιτροπή επεξεργάζεται μια «εργαλειοθήκη συγκεκριμένων δράσεων» για να βοηθήσει τα κράτη-μέλη να μετριάσουν τις επιπτώσεις της κρίσης.
Ωστόσο ο Ντομπρόβσκις εμφανίζεται κατηγορηματικός ως προς τα όρια της δημοσιονομικής πολιτικής: «Εχουμε πιο περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο ελιγμών απ’ ό,τι στο παρελθόν» και συνεπώς «χρειάζονται μέτρα σαφώς προσωρινά και στοχευμένα, με περιορισμένο δημοσιονομικό αντίκτυπο».
Προειδοποίησε εκ νέου ότι η ενεργειακή κρίση δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε δημοσιονομική κρίση μέσω υπερβολικών δαπανών.
«Οχι» σε ρήτρα διαφυγής
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η επικείμενη αξιολόγηση της Επιτροπής.
Τον Ιούνιο, ως είθισται, αναμένεται να εξεταστεί κατά πόσο τα κράτη-μέλη τηρούν τους στόχους για μείωση ελλειμμάτων και χρέους, καθώς και αν θα προχωρήσουν περαιτέρω διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος για όσες χώρες αποκλίνουν.
Η συζήτηση είναι ήδη έντονη σε χώρες όπως η Ιταλία, η οποία δυσκολεύεται να επαναφέρει το έλλειμμα κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ, καθώς ήδη βρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και για τον λόγο αυτό, άλλωστε, έχει ζητήσει χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων μέσω «γενικής ρήτρας διαφυγής».
Υπέρ, όμως, της ενεργοποίησης της «γενικής ρήτρας διαφυγής» έχει ταχθεί και η Ελλάδα.
Ωστόσο, ο Ντομπρόβσκις ξεκαθάρισε για ακόμα μία φορά ότι ένα τέτοιο μέτρο προορίζεται για περιπτώσεις «σοβαρής οικονομικής ύφεσης» και «προς το παρόν δεν βρισκόμαστε σε αυτό το σενάριο».
Δημοσιονομικό «κόστος» από τα μέτρα στήριξης
Στο μεταξύ, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Ζακ Ντελόρ, την οποία υπογράφουν οι αναλυτές Αλίς Μοσκοβισί και Φουγκ-Βιν Νγκουέν, το άμεσο κόστος από την αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει ήδη φτάσει τα 13 δισ. ευρώ.
Σε αυτό προστίθεται και το δημοσιονομικό βάρος των μέτρων στήριξης: 22 από τα 27 κράτη-μέλη έχουν υιοθετήσει περισσότερες από 120 παρεμβάσεις συνολικού ύψους 9 δισ. ευρώ για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η έκθεση ασκεί έντονη κριτική στη στόχευση αυτών των μέτρων. Οπως επισημαίνουν οι δύο αναλυτές, «η πλειονότητα είναι προσωρινή, αλλά όχι στοχευμένη», με 21 κράτη να προκρίνουν γενικευμένες επιδοτήσεις και μόλις 11 να εφαρμόζουν ειδικά μέτρα για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. Επιπλέον, σε 15 χώρες μειώθηκαν ΦΠΑ και ειδικοί φόροι κατανάλωσης, ενώ σε 9 επιβλήθηκαν πλαφόν στις τιμές.
Οι παρεμβάσεις αυτές, σύμφωνα με την έκθεση, «αποδυναμώνουν τα σήματα των τιμών και αποθαρρύνουν τη μείωση της ζήτησης», οδηγώντας σε αυτό που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν ως «δαπανηρή μυωπία» (costly short-sightedness), καθώς εγκλωβίζουν τους καταναλωτές σε συνήθειες επιδοτούμενης κατανάλωσης.
Οι ίδιοι προτείνουν μια πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή στρατηγική για περιορισμό της ζήτησης ενέργειας και επιτάχυνση της ηλεκτροποίησης (electrification).

