Στα 55 δισ. ευρώ ο «τζίρος» της παραοικονομίας στην Ελλάδα

Στα 55 δισ. ευρώ ο «τζίρος» της παραοικονομίας στην Ελλάδα

Αντιστοιχεί περίπου στο 21% του ΑΕΠ της χώρας έναντι 15%-17% στην Ε.Ε.

3' 10" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις πιο επίμονες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, με ιδιαίτερη ένταση σε κλάδους όπου κυριαρχούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, το φαινόμενο παραμένει εκτεταμένο, υπονομεύοντας όχι μόνο τα δημόσια έσοδα αλλά και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.   

Σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας, το μέγεθος της παραοικονομίας εξακολουθεί να κυμαίνεται μεταξύ 20,9% και 21,6% του ΑΕΠ, επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που εκτιμάται μεταξύ 15% και 17%, ενώ η φοροδιαφυγή εντοπίζεται κυρίως στον τρόπο που αμείβονται πολλοί επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι, δηλαδή με μετρητά, τα οποία εν συνεχεία δεν δηλώνονται στην εφορία.   

Αθέμιτος ανταγωνισμός

Η ύπαρξη τόσο εκτεταμένης παραοικονομίας δεν έχει μόνο άμεσες δημοσιονομικές επιπτώσεις λόγω απώλειας φορολογικών εσόδων, αλλά επηρεάζει αρνητικά και τη συνολική λειτουργία της οικονομίας. Ειδικότερα υπονομεύει την αξιοπιστία των θεσμών, δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων και λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσέλκυση επενδύσεων, καθώς συνδέεται με αυξημένη αβεβαιότητα και μειωμένη διαφάνεια.

Παράλληλα, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να εντοπίζεται κυρίως σε δραστηριότητες με υψηλή συμμετοχή ελευθέρων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε σημαντικό βαθμό με μετρητά, γεγονός που δυσχεραίνει τον αποτελεσματικό έλεγχο και την πλήρη καταγραφή των εισοδημάτων.

Οπως τονίζεται στην έκθεση, η συστηματική και διαρκής καταπολέμηση της φοροδιαφυγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κυβέρνηση στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία διατηρήσιμου δημοσιονομικού χώρου χωρίς την ανάγκη επιβολής πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων.

Η διαρθρωτική αυτή βελτίωση των δημόσιων οικονομικών επιτρέπει την υιοθέτηση στοχευμένων παρεμβάσεων κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα της οικονομικής διακυβέρνησης. Αλλωστε, στο πλαίσιο αυτό υιοθετήθηκαν μόνιμα επεκτατικά μέτρα από το 2026, με έμφαση στη μείωση του φορολογικού βάρους για τα μεσαία εισοδήματα, τις οικογένειες με παιδιά και τους νέους εργαζομένους, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και την οικονομική δραστηριότητα.

Ψηφιακή διαφάνεια

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής προϋποθέτει ένα συνεκτικό πλέγμα παρεμβάσεων. Οπως επισημαίνεται στην έκθεση της ΤτΕ, καθοριστικής σημασίας είναι η περαιτέρω αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και η διασύνδεση πληροφοριακών συστημάτων της φορολογικής διοίκησης, ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια των συναλλαγών και να περιοριστούν τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων.

Παράλληλα, η απλούστευση του φορολογικού συστήματος, η μείωση της γραφειοκρατίας και του διοικητικού κόστους για τις επιχειρήσεις, καθώς και η εντατικοποίηση στοχευμένων φορολογικών ελέγχων μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η ενίσχυση της φορολογικής συνείδησης και του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού, ιδίως στις νεότερες ηλικίες, προκειμένου να καλλιεργηθεί μια κουλτούρα φορολογικής υπευθυνότητας που θα βασίζεται στην εμπιστοσύνη, στη διαφάνεια και στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία των περυσινών φορολογικών δηλώσεων, το μέσο ετήσιο δηλωθέν εισόδημα των επαγγελματιών φθάνει μόλις στα 3.665 ευρώ, δηλαδή 305 ευρώ τον μήνα.

Οι φοροαπαλλαγές

Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει την επαναξιολόγηση και τον εξορθολογισμό των υφιστάμενων φοροαπαλλαγών, καθώς η σημερινή διάρθρωση των φορολογικών δαπανών περιλαμβάνει πληθώρα αποσπασματικών ρυθμίσεων, ορισμένες από τις οποίες παρουσιάζουν περιορισμένο αναπτυξιακό αποτέλεσμα ή συνοδεύονται από σύνθετες διαδικασίες εφαρμογής. Η συστηματική αξιολόγηση των φοροαπαλλαγών με βάση σαφή αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια θα μπορούσε να οδηγήσει στον περιορισμό ή στην κατάργηση παρωχημένων κινήτρων με χαμηλή προστιθέμενη αξία. Η ανακατανομή των σχετικών πόρων προς παρεμβάσεις με υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής και θα στήριζε τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας παράλληλα στη δημιουργία ενός δικαιότερου και πιο αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος.

Σημειώνεται ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τις περισσότερες φοροαπαλλαγές για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν, στην οποία επισημαίνεται ότι η χώρα μας δεν έχει έναν ειδικό μηχανισμό για την αξιολόγησή τους, προτείνοντας τη θέσπιση ενός τέτοιου μόνιμου μηχανισμού.

Με βάση τα τελευταία στοιχεία, οι φοροαπαλλαγές έφθασαν το 2024 στο εντυπωσιακό ύψος των 22,88 δισ. ευρώ, αυξήθηκαν δηλαδή κατά 4,06 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το 2023.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT