Το ελληνικό χρηματιστήριο, σε περίπου δεκατέσσερις μήνες από σήμερα, θα βρίσκεται στο γκρουπ της ελίτ των ανεπτυγμένων της MSCI, της μεγαλύτερης δεξαμενής κεφαλαίων σε επίπεδο παρόχων δεικτών στον κόσμο, με 18,3 τρισ. δολάρια να είναι επενδεδυμένα στους δείκτες της. Αυτή η εξέλιξη κλείνει και επισήμως τον κύκλο της κρίσης και για το Χρηματιστήριο Αθηνών, επιβεβαιώνοντας πως η Ελλάδα από «αδύναμος κρίκος» και «κίνδυνος» έχει μετατραπεί σε επενδυτικό προορισμό και story αξίας. Η MSCI υποβάθμισε την Ελλάδα σε αναδυόμενη αγορά το 2013, στο αποκορύφωμα της κρίσης χρέους, την πρώτη φορά που μια ανεπτυγμένη χώρα υποβαθμίστηκε. Μάλιστα, σύμφωνα με αναφορές, τότε κινδύνευσε ακόμη και να οδηγηθεί στην κατηγορία «μεμονωμένων» (standalone) αγορών της MSCI, η οποία προορίζεται για μικρές ή δύσκολα προσβάσιμες αγορές όπως η Μποτσουάνα.
Η Ελλάδα από «αδύναμος κρίκος» και «κίνδυνος» έχει μετατραπεί σε επενδυτικό προορισμό και story αξίας.
Η επιστροφή της στο γκρουπ των ώριμων αγορών της MSCI βάζει αυτομάτως την Ελλάδα στο ραντάρ πολύ περισσότερων και πολύ μεγαλύτερων επενδυτών, αποτελώντας ισχυρό ορόσημο και το τελευταίο βήμα στο story της ανάκαμψης της χώρας. Αν και θα έχουν προηγηθεί σχετικές αναβαθμίσεις από άλλους οίκους (FTSE Russell, S&P Dow Jones και πιθανότατα STOXX) η κίνηση της MSCI έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Στους πελάτες της περιλαμβάνονται 94 από τα 100 μεγαλύτερα συνταξιοδοτικά ταμεία παγκοσμίως, 98 από τους 100 κορυφαίους διαχειριστές κεφαλαίων και 82 από τις 100 μεγαλύτερες τράπεζες.
Αυτό από μόνο του δείχνει τις δυνατότητες που ανοίγονται για τις ελληνικές μετοχές, οι οποίες θα ανταγωνίζονται από τον Μάιο του 2027, οπότε και θα τεθεί σε ισχύ η αναβάθμιση, για την «αφρόκρεμα» των διεθνών κεφαλαίων. Οι ελληνικές εταιρείες θα έχουν πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη και ανώτερης ποιότητας δεξαμενή κεφαλαίων και αυτό, σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση στο οικοσύστημα της Euronext που επίσης ανοίγει την πόρτα σε μια ευρύτερη βάση θεσμικών επενδυτών, κάνει ορατή την Ελλάδα στον επενδυτικό χάρτη «σφραγίζοντας» μια νέα εποχή για την ελληνική αγορά.
Η Ελλάδα θα έχει μικρότερο βάρος στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών από ό,τι στους δείκτες αναφοράς αναδυόμενων αγορών, αλλά αυτό δεν μειώνει τη σημασία της αναβάθμισης. Σημειώνεται πως σήμερα το βάρος της Ελλάδας στον δείκτη MSCI EEMEA (Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής) είναι στο 4,03% ενώ όταν θα ενταχθεί στον MSCI Europe, το βάρος της θα περιοριστεί στο 0,36%. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι μπορεί όντως να αποτελέσει έτσι ένα… μικρό ψάρι στον ωκεανό των μεγαθηρίων, ωστόσο υπάρχει πολλή «τροφή» για όλους.
Μπορεί σε μέγεθος να είναι λιγότερο ορατή από άλλες αγορές, αλλά σε επίπεδο θεμελιωδών μεγεθών ξεχωρίζει: η ελληνική οικονομία σημειώνει διπλάσια ανάπτυξη από την Ευρωζώνη, έχει μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα, σπάνιο στο τρέχον περιβάλλον, ο δείκτης χρέους σημειώνει από τις μεγαλύτερες και ταχύτερες πτώσεις διεθνώς, οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει δυναμικά στην κερδοφορία και σημειώνουν από τις ισχυρότερες αυξήσεις δανείων στην Ε.Ε., οι εισηγμένες καταγράφουν αλλεπάλληλα ρεκόρ κερδοφορίας και οι ελληνικές μετοχές –παρά το ράλι άνω του 300% του Χ.Α. την τελευταία εξαετία– έχουν μεγάλο discount έναντι των ευρωπαϊκών μετοχών, το οποίο εκτιμάται πως θα μειωθεί.
Οι ελληνικές μετοχές έχουν μεγάλο discount έναντι των ευρωπαϊκών μετοχών, το οποίο εκτιμάται ότι θα μειωθεί.
Η έξοδος της Ελλάδας από τις αναδυόμενες θα προκαλέσει εκροές από τα funds που επενδύουν αυστηρά, λόγω εντολών τους, σε αυτή την κατηγορία, όμως αυτό θα αποτελέσει μόνο βραχυπρόθεσμη πίεση, καθώς θα εξισορροπηθούν με την πάροδο του χρόνου από εισροές από την ένταξη στις ανεπτυγμένες αγορές. Επιπλέον, το γεγονός ότι η αναβάθμιση της MSCI θα γίνει σε 14 μήνες και ο οίκος θα δημοσιεύει συχνά προσομοιωμένες συνθέσεις δεικτών πριν από την εφαρμογή, θα επιτρέψει στους επενδυτές να προετοιμαστούν, διευκολύνοντας μια ομαλή μετάβαση.
Πάντως, τα blue chips της Ελλάδας θα είναι μετοχές μεσαίας ή και μικρής κεφαλαιοποίησης στο σύμπαν των ανεπτυγμένων αγορών της MSCI, ενώ οι επιπτώσεις γενικότερα θα είναι άνισες μεταξύ των εταιρειών. Σύμφωνα με την πρώτη ενδεικτική προσομοίωση της MSCΙ, επτά μετοχές θα ενταχθούν στον βασικό δείκτη MSCI Ελλάδας, από οκτώ που είναι σήμερα στον αντίστοιχο δείκτη στις αναδυόμενες αγορές. Αυτές είναι οι Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank, ΔΕΗ, Allwyn και ΟΤΕ – με την Jumbo, συνεπώς, να μην καταφέρνει να περάσει τα κριτήρια ταξινόμησης στον βασικό δείκτη και να συμμετέχει έτσι μαζί με άλλες ελληνικές μετοχές, οι οποίες δεν θα ξεπεράσουν τις 17, στους δείκτες μικρής κεφαλαιοποίησης.
Πέραν των όποιων πιέσεων ασκηθούν από τις ανακατατάξεις θέσεων, η αναβάθμιση δεν είναι απλώς μια «τεχνική» αλλαγή κατηγορίας αλλά η επισφράγιση ότι η χώρα βρίσκεται στον πυρήνα του επενδυτικού χάρτη. «Η επιστροφή της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές αντανακλά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί από τις ελληνικές αρχές και το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά αναγνώρισαν ότι η υποδομή της ελληνικής αγοράς έχει συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα», τόνισε η MSCI.
Νέες προοπτικές

«Η Ελλάδα επανέρχεται στον πυρήνα των ανεπτυγμένων οικονομιών… Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας, προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια, διευρύνει τη βάση των διεθνών επενδυτών και δημιουργεί νέες προοπτικές χρηματοδότησης για τις ελληνικές επιχειρήσεις», υπογράμμισε ο Κυριάκος Πιερρακάκης.
18,3
τρισ. δολάρια ενεργητικό είναι επενδεδυμένα στους δείκτες της MSCI, της μεγαλύτερης δεξαμενής κεφαλαίων σε επίπεδο παρόχων δεικτών στον κόσμο.
Σημαντικό ορόσημο

Η αναγνώριση της MSCI «αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο για την ελληνική κεφαλαιαγορά. Δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την εμβάθυνση της συμμετοχής στην αγορά και την υποστήριξη των ελληνικών εταιρειών στην πρόσβαση σε νέα κεφάλαια», σημείωσε ο πρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αθηνών, Καμίγ Μποντάν.
94
από τα 100 μεγαλύτερα συνταξιοδοτικά ταμεία παγκοσμίως και 98 από τους 100 κορυφαίους διαχειριστές κεφαλαίων, μεταξύ άλλων, παρακολουθούν τους δείκτες της MSCI.
Ψήφος εμπιστοσύνης

«Το ορόσημο αυτό αντανακλά την έμπρακτη και διαρκώς αυξανόμενη ψήφο εμπιστοσύνης στην πορεία ανάπτυξης και στη θεσμική ωριμότητα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς», τόνισε ο CEO του Χ.Α., Γ. Κοντόπουλος, επαναλαμβάνοντας τη σταθερή δέσμευση στην εδραίωση της αξιοπιστίας και στην επέκταση της προβολής της ελληνικής αγοράς διεθνώς.

