Βρόχος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις με κόκκινα δάνεια είναι οι εξωλογιστικοί τόκοι που επιβάλλονται όταν ένα δάνειο καθυστερεί και δεν ρυθμίζεται, εκτινάσσοντας το σύνολο της οφειλής σε δυσθεώρητα επίπεδα και δυσκολεύοντας περαιτέρω τη μείωση του ιδιωτικού χρέους.
Η επιβολή τόκων υπερημερίας που είναι 2,5% πάνω στο συμβατικό επιτόκιο ενός δανείου, σύμφωνα με στοιχεία της «Κ», έχει οδηγήσει το ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες και funds στο αστρονομικό ποσό των 170 δισ. ευρώ, όταν το επίσημο χρέος όπως καταγράφεται στα στοιχεία της ΤτΕ είναι 80 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για υπερδιπλασιασμό του αρχικού χρέους συν τους τόκους και σύμφωνα με πληροφορίες προβληματίζει servicers και κυβέρνηση που βλέπουν τις προσπάθειες μείωσης του ιδιωτικού χρέους να πέφτουν στο κενό, παρά τις πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι δέκα χρόνια μετά την κορύφωση της κρίσης το 2015 τα κόκκινα δάνεια που βαραίνουν την οικονομία όχι απλώς δεν μειώνονται, αλλά διογκώνονται και σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία ανήλθαν στα τέλη του 2025 στα 80 δισ. ευρώ από 75 δισ. ευρώ στα τέλη του 2024. Στο ποσό αυτό, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΤτΕ, δεν περιλαμβάνονται οι εξωλογιστικοί τόκοι και οι διαγραφές που είχε διενεργήσει η τράπεζα που μεταβίβασε το χαρτοφυλάκιο των δανείων. Η επιβάρυνση που προκύπτει από τους εξωλογιστικούς τόκους, έπαψε να καταγράφεται στα επίσημα στοιχεία από το 2022 και μετά, παρ’ όλα αυτά αποτελούν μέρος της συνολικής αξίωσης από τις εταιρείες διαχείρισης όταν ένα δάνειο ρυθμίζεται, καθιστώντας δυσχερέστερη τη μείωση των κόκκινων δανείων.
Το ίδιο πρόβλημα ανακύπτει για το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος νοικοκυριών και επιχειρήσεων και προς το Δημόσιο (ΑAΔΕ και ασφαλιστικά ταμεία) που έχει εκτιναχθεί στα 163 δισ. ευρώ και στο οποίο περιλαμβάνονται τόκοι, προσαυξήσεις και πρόστιμα.
Παρά τις ρυθμίσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων, το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα εμφανίζεται να αυξάνεται συνεχώς.
Τόκοι υπερημερίας επιβάλλονται κάθε φορά που μια δόση καθυστερεί ακόμα και αν ένα δάνειο έχει ρυθμιστεί. Επιβάλλονται επίσης σε όλες τις περιπτώσεις που μια ρύθμιση π.χ. «παγώνει» λόγω δικαστικής προσφυγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα δάνεια του νόμου Κατσέλη, που οι αιτήσεις ένταξης έχουν κατατεθεί πολλά χρόνια πριν, αλλά η εκδίκαση της υπόθεσης έχει καθυστερήσει ακόμη και 10 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η οφειλή εκτοκίζεται με τόκο υπερημερίας πάνω στον συμβατικό τόκο. Με τον τρόπο αυτό η πραγματική οφειλή έχει καταλήξει να είναι σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμη και τρεις φορές πάνω από το αρχικό κεφάλαιο και το «κούρεμα» που φθάνει στο 40% έχει υπολογιστεί πάνω σε ένα αστρονομικό ποσό που είναι όμως αποτέλεσμα των εξωλογιστικών τόκων που έχουν επιβαρύνει επί σειράν ετών τη συνολική οφειλή.
Ανάλογη είναι η εικόνα για οφειλές που έχουν δημιουργηθεί και οδηγούν σε ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Οι δικαστικές προσφυγές για ανακοπή του πλειστηριασμού με διάφορες αιτίες, είτε πραγματικές είτε για λόγους που έχουν να κάνουν με στόχο την καθυστέρηση του πλειστηριασμού, επίσης εκτινάσσουν το χρέος που εκτοκίζεται με τόκους υπερημερίας.
Η πρακτική που εφαρμόζουν οι εταιρείες διαχείρισης όταν ρυθμίζουν ένα κόκκινο δάνειο βασίζεται στην «προσαρμογή» της οφειλής στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, οδηγώντας πρακτικά σε σημαντικό «κούρεμα», αλλά το ποσό της αρχικής αξίωσης που είναι απαιτητό είναι το σύνολο της οφειλής μαζί με τους εξωλογιστικούς τόκους. Ετσι, εάν κάποιος χρωστάει π.χ. 300.000 ευρώ αλλά η αξία της ακίνητης περιουσίας του είναι 150.000 ευρώ, πρακτικά η ρύθμιση γίνεται με βάση την αξία της ακίνητης περιουσίας, που είναι και το ποσό το οποίο ο πιστωτής μπορεί να ανακτήσει εάν ρευστοποιηθούν τα ακίνητα του οφειλέτη.
Στοιχεία από τη Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και από τους servicers δείχνουν ότι τα κόκκινα δάνεια που έχουν πρασινίσει τα τελευταία χρόνια μέσα από τις διαδοχικές ρυθμίσεις είτε σε διμερές επίπεδο είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού φτάνουν στα 15 δισ. ευρώ, αλλά η πρόοδος αυτή δεν αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύονται. Ενας από τους λόγους είναι ότι τα κόκκινα δάνεια το 2025 συνέχισαν να αυξάνονται, καθώς προστέθηκαν οι τιτλοποιήσεις που πραγματοποίησε η πρώην Attica Bank και η PQH αλλά και οι νέες πωλήσεις δανείων που συνεχίζουν να υλοποιούν οι συστημικές τράπεζες. Εκτός από αυτή την παράμετρο, το πραγματικό χρέος δεν μειώνεται ουσιαστικά λόγω των τόκων υπερημερίας που βαραίνουν την οφειλή.

