Μπορεί τα τελευταία χρόνια και ειδικά μετά την οικονομική κρίση να έχει αυξηθεί ο αριθμός των εμβληματικών και ιστορικών κτιρίων του κέντρου των Αθηνών, που έχουν αρχίσει να αναστηλώνονται και να «ξαναζωντανεύουν», αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν δεκάδες διατηρητέα ακίνητα, ορισμένα εκ των οποίων έχουν χαρακτηριστεί ακόμα και έργα τέχνης, τα οποία χρήζουν παρεμβάσεων. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, η γραφειοκρατία και οι συνθήκες της αγοράς, που δεν είναι πάντα ευνοϊκές, όπως και νομικές εκκρεμότητες και αντιδικίες, συνεχίζουν να λειτουργούν ως «αναχώματα» για την αναβίωση ορισμένων από τα πιο σημαντικά ακίνητα της πόλης, που χρονολογούνται ακόμα και από τον 19ο αιώνα.
«Μ. Αλέξανδρος», «Μπάγκειον»
Τα δύο «δίδυμα», ιστορικά κτίρια της πλατείας Ομονοίας στην αρχή της οδού Αθηνάς αναζητούν επί χρόνια την ενεργότερη επιστροφή τους στον αστικό ιστό. Πρόκειται για δύο κτίρια που αποτελούν σήμερα μέρος της δωρεάς προς το ελληνικό κράτος, του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Πάγκα, ή Μπάγκα. Το ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος» οικοδομήθηκε το 1889 σε σχέδια του φημισμένου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ, με έξοδα του Ιωάννη Μπάγκα, αρχικά με στόχο να αποτελέσει την κατοικία του. Πέντε χρόνια αργότερα, κατασκευάστηκε, πάλι σε σχέδια του Τσίλλερ, ακριβώς απέναντι (αντικριστά) το «Μπάγκειον», στη θέση που προϋπήρχε η κατοικία της οικογένειας του Χαρίλαου Τρικούπη μεταξύ των ετών 1890-1894.
Ο «Μέγας Αλέξανδρος» ήταν αρχικά τριώροφο, ενώ μετά το 1920 προστέθηκε και τέταρτος όροφος, καθώς αφαιρέθηκαν τα αγάλματα που υπήρχαν στο πάνω τμήμα της πρόσοψης. Αμφότερα τα ακίνητα ήταν τα πρώτα δείγματα πολυτελών ξενοδοχείων για την Αθήνα, έχοντας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως το μεγάλο μέγεθος, η ειδική και ξεχωριστή εσωτερική διαρρύθμιση, η νεοκλασική εξωτερική εμφάνιση κι ένα κεντρικό αίθριο που σκεπαζόταν με τζαμαρίες.

Λειτούργησαν σε μια περίοδο άνθησης της πλατείας Ομονοίας, αποτελώντας το κέντρο της κοσμικής ζωής της πόλης, ειδικά μετά το 1920. Στο «Μπάγκειον» και στην ευρύχωρη αίθουσα εκδηλώσεων λάμβαναν μέρος και βαριετέ θεάματα, συγκεντρώνοντας κατά καιρούς προσωπικότητες, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Αγγελος Τερζάκης, ο Κώστας Ουράνης, ο Τέλλος Αγρας, ο Ορέστης Λάσκος, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μίνως Ζώτος και ο Γιάννης Τσαρούχης.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ωστόσο ήρθε η παρακμή και μέχρι τη δεκαετία του 1950 είχαν πλέον σταματήσει να λειτουργούν, εκτός από τη φιλοξενία ορισμένων καταστημάτων στο ισόγειό τους. Το «Μπάγκειον» επιβίωσε, έστω και ως ξενοδοχείο Γ΄ Κατηγορίας, έως το 1969. Από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα αρχίζει παροδικά να ενοικιάζεται τμηματικά από ιδιώτες. Την περίοδο 1994-2002 στέγασε το ΙΕΚ Mediterranean College. Κατόπιν το «Μπάγκειον» έμεινε κλειστό για πάνω από μία δεκαετία. Μετά τη φιλοξενία της Μπιενάλε της Αθήνας το 2015, το ακίνητο λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού, φιλοξενώντας θεατρικές παραστάσεις, φωτογραφικές εκθέσεις κι άλλες συναφείς εκδηλώσεις.
«Απόλλων» και «Αττικόν»
Η πυρκαγιά του 2012 που ξεκίνησε από όμορο ακίνητο, έχει φέρει το ακίνητο που στέγαζε τους ιστορικούς κινηματογράφους «Απόλλων» και «Αττικόν» στην οδό Σταδίου (περιλαμβάνει επίσης προσόψεις στις οδούς Παπαρρηγοπούλου, Παρνασσού και Χρήστου Λαδά) σε μια ατέρμονη διαδικασία για την ανακατασκευή και την επαναλειτουργία του. Πρόκειται για μια προσπάθεια της οποίας ηγείται ο κ. Γιάννης Περρωτής, επικεφαλής της εταιρείας παροχής υπηρεσιών ακινήτων Atria, που έχει μισθώσει το κτίριο για τα επόμενα 50 έτη.
Το νεοκλασικό κτίριο θεμελιώθηκε το 1881 από τον Αλέξανδρο Νικολούδη σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ για λογαριασμό του τραπεζίτη Σταμάτη Δεκόζη-Βούρου, ενός από τους πιο πλούσιους Αθηναίους με καταγωγή από τη Χίο. Αρχικά, επρόκειτο να στεγάσει την πολυτελή του κατοικία, ενώ αργότερα στέγασε και το νεοσυσταθέν υπ. Εθνικής Οικονομίας, ενώ το «Αττικόν» ως κινηματογράφος στεγαζόταν αρχικά στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Αργότερα μεταφέρθηκε στους ίδιους χώρους και προστέθηκε στις διαφορετικές χρήσεις.
Το 1928 το κτίριο μισθώθηκε στην οικογένεια Σκούρα. Το 1930 ξεκινάει τη λειτουργία του και ο κινηματογράφος «Απόλλων», ενώ διατηρείται και η σημαντική εμπορική χρήση του ακινήτου, με σειρά σημαντικών καταστημάτων, όπως παντοπωλείο, φαρμακείο και καταστήματα γυαλικών και κρυστάλλων.
«Μέγας Αλέξανδρος» και «Μπάγκειον» λειτούργησαν σε μια περίοδο άνθησης της πλατείας Ομονοίας, αποτελώντας το κέντρο της κοσμικής ζωής της πόλης.
Μετά την πυρκαγιά του Φεβρουαρίου του 2012 που ευτυχώς δεν επεκτάθηκε και στο εσωτερικό των κινηματογράφων, έχουν προκληθεί σοβαρά θέματα ασφάλειας του κτιρίου, που απαιτούν άμεση επίλυση. Σήμερα, επιχειρείται η επίλυση όλων των επιμέρους γραφειοκρατικών και μη εμποδίων, ώστε να εκδοθούν οι απαιτούμενες άδειες. Το ακίνητο ανήκει στο Ιδρυμα Βούρου-Ευταξία-Μουσείο Πόλεως των Αθηνών.
Κτίριο ΤΤΤ
Στην οδό Σταδίου 15, στην πλατεία Παλαιάς Βουλής, στο κέντρο της Αθήνας, «δεσπόζει» το παλιό κτίριο του ΟΤΕ, γνωστό και ως κτίριο ΤΤΤ (Ταχυδρομείων, Τηλεγραφημάτων και Τηλεφωνίας). Το ακίνητο των 1.400 τ.μ. αποκτήθηκε μεσούσης της κρίσης από τον ομογενή επενδυτή και επιχειρηματία Θεόδωρο Δουζόγλου, ο οποίος προέρχεται από τη Βενεζουέλα. Λίγα χρόνια μετά, το 2022, το ακίνητο έλαβε το πράσινο φως για την ένταξή του στον αναπτυξιακό νόμο του 2016. Σύμφωνα με το επενδυτικό σχέδιο, το κτίριο θα μετατραπεί σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων και δυναμικότητας 91 δωματίων και 240 κλινών. Το συνολικό ύψος της επένδυσης ανέρχεται σε 14,3 εκατ. ευρώ.

Μέχρι σήμερα, πάντως, τέσσερα χρόνια μετά την εξασφάλιση επιδότησης, το έργο δεν έχει ακόμα εκκινήσει γεννώντας εύλογα ερωτήματα, κρίνοντας από τη μεγάλη ζήτηση για υπηρεσίες φιλοξενίας στο κέντρο της Αθήνας. Αλλωστε, η τοποθεσία του ακινήτου, δίπλα σε ένα από τα σημαντικά τουριστικά αξιοθέατα του κέντρου και πολύ κοντά στην πλατεία Συντάγματος, την οδό Ερμού και φυσικά την Ακρόπολη, κρίνεται πλεονεκτική για ξενοδοχειακή χρήση.
Το ακίνητο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Αναστάσιο Μεταξά και οικοδομήθηκε την περίοδο 1930-1931. Το στυλ του συνδυάζει στοιχεία μοντερνισμού και νεοκλασικισμού. Υπήρξε το κεντρικό κτίριο της εταιρείας ΤΤΤ και αργότερα στέγασε τις υπηρεσίες διοίκησης του ΟΤΕ. Είναι ιστορικά φορτισμένο καθώς εκεί πραγματοποιήθηκε η πρώτη απεργία και διαδήλωση κατά της πείνας στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Κατοχής (Απρίλιος 1942). Μέχρι σήμερα, παραμένει κενό, με εξαίρεση κάποιες περιστασιακές χρήσεις ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη φιλοξενία της 6ης Μπιενάλε της Αθήνας, το 2018, όταν χρησιμοποιήθηκε ως ο κεντρικός εκθεσιακός χώρος.
Grand Hotel Majestic
Ενα από τα πιο ιστορικά και εμβληματικά ξενοδοχεία της Αθήνας, το πρώην Grand Hotel Majestic, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Σανταρόζα, απέναντι από το «Ρεξ» και πολύ κοντά στην πλ. Ομονοίας, αποτελεί επίσης ένα από τα ακίνητα, που αναζητά την επιστροφή του στο παρόν. Πρόκειται για ένα διατηρητέο κτίριο που έχει ανακηρυχθεί έργο τέχνης και ανήκει στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποτελώντας κληροδότημα του Αντωνίου Παπαδάκη.
Πρόκειται για ένα από τα ακίνητα που κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα (1900), είναι επιφάνειας 3.574 τ.μ. και μέχρι το 1967 λειτουργούσε ως ξενοδοχείο.

Ο Αντώνης Παπαδάκης (1810-1878) διετέλεσε ταμίας της εν Αθήναις Κεντρικής Επιτροπής του Κρητικού Αγώνος, σύμβουλος πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για την αναδιοργάνωση του Πτωχοκομείου της Αθήνας. Το κληροδότημα Αντ. Παπαδάκη χορηγεί ετησίως 126 υποτροφίες σε φοιτητές όλων των Σχολών και Τμημάτων του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αυτήν την περίοδο ολοκληρώνεται άλλη μια διαδικασία, ώστε να προκηρυχθεί πλειοδοτικός διαγωνισμός για τη μακροχρόνια εκμετάλλευση του Grand Hotel Majestic.
Το κτίριο βρέθηκε προ του φάσματος της κατεδάφισης το 1978, αλλά διασώθηκε. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει αναξιοποίητο, απόρροια των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων. Εχει γίνει άλλη μια απόπειρα αξιοποίησης την περίοδο της πρυτανείας του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, την περίοδο 2000-2006, χωρίς όμως επιτυχία, λόγω και των δικαστικών προσφυγών, που έγιναν και λειτούργησαν ανασταλτικά.
Αυτήν την περίοδο ολοκληρώνεται άλλη μια διαδικασία, ώστε να προκηρυχθεί πλειοδοτικός διαγωνισμός για τη μακροχρόνια εκμετάλλευση του ακινήτου. Με βάση τα όσα έχουν προηγηθεί από πλευράς σχεδιασμού, για το συγκεκριμένο ακίνητο έχει προκριθεί κυρίως χρήση ξενοδοχείου, χωρίς όμως αυτό να είναι δεσμευτικό για τους ενδιαφερόμενους, όπως συμβαίνει π.χ. σε άλλους αντίστοιχους διαγωνισμούς άλλων φορέων.

