Καθώς τα δυσάρεστα γεγονότα εξελίσσονται στο Ιράν και στα Στενά του Ορμούζ, οι οικονομικές επιπτώσεις πυκνώνουν τα μαύρα σύννεφα στην παγκόσμια οικονομία. Οι πρώτες σημαντικές αυξήσεις στα σχετικά ενεργειακά αγαθά έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις. Μπροστά στα μάτια μας μετεξελίσσεται ένα κλασικό σοκ της προσφοράς σε ένα σοκ της «οικονομίας των ελλείψεων». Η αγορά δεν μπορεί να τιμολογήσει γιατί δεν έχει δεδομένα, καθώς έχουν ήδη ξεκινήσει οι ελλείψεις στα ενεργειακά αγαθά –πετρέλαιο, LNG, LPG (προπάνιο, βουτάνιο)– σε χώρες της Ασίας. Στην περίπτωσή μας, η γεωπολιτική σύγκρουση τροφοδοτεί μια «οικονομία των ελλείψεων» (shortage economy).
Ως εκ τούτου, οι αγορές έχουν αρχίσει να βλέπουν την τιμολόγηση της αγοράς του πετρελαίου –και όχι μόνον– higher for longer. Σημειωτέον, ο περιορισμός της προσφοράς δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα ενεργειακά αγαθά, αλλά ένα σύνολο αλληλεξαρτώμενων εμπορευμάτων (commodities). Εκτός από τα λιπάσματα, από τα Στενά του Ορμούζ διακινείται μια σειρά κρίσιμων εμπορευμάτων, τα οποία με τη σειρά τους είναι σημαντικά για την παραγωγή κάποιων άλλων ή/και κρίσιμων αγαθών. Το θείο και το θειικό οξύ (45% εξαγόμενο από το Ορμούζ, χρησιμοποιείται για τους ημιαγωγούς και στην εξόρυξη χαλκού, νικελίου και κοβαλτίου, απαραίτητων συστατικών των μπαταριών. Το αποτέλεσμα είναι οι ελλείψεις να οδηγήσουν σε έντονο ανταγωνισμό για τα αγαθά αυτά και φυσικά σε γενικότερη άνοδο των τιμών σε ένα εύρος αγαθών, αν όχι στο σύνολο. Οι διακλαδώσεις των επιδράσεων είναι περίπλοκες και δραστικές.
Το αποτέλεσμα είναι οι αγορές την εβδομάδα που μας πέρασε να αρχίσουν να θεωρούν –και να τιμολογούν αναλόγως– μια πιθανότητα έλευσης «στασιμοπληθωρισμού» το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Στην εκτίμηση αυτή προτεραιότητα έχουν αρχίσει να δίνουν στο πρώτο συνθετικό της λέξεως αυτής, περισσότερο στη στασιμότητα παρά στον πληθωρισμό. Κι αυτό ίσως γιατί η φύση του πληθωρισμού αυτού φαίνεται να επιφέρει άμεσα ένα σοκ στην οικονομική δραστηριότητα. Ηδη οι εκτιμήσεις για τον ρυθμό της οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρωζώνη από 1,4% περιορίζονται στο 0,9%. Και είμαστε ακόμη στην αρχή.
Οι αγορές την εβδομάδα που μας πέρασε άρχισαν να θεωρούν –και να τιμολογούν αναλόγως– μια πιθανότητα έλευσης «στασιμοπληθωρισμού» το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.
Εν άλλοις λόγοις, ακόμη δεν έχουμε δει τις δευτερογενείς επιπτώσεις (second round effects) όσον αφορά την επίδραση στον πληθωρισμό, γεγονός που μπορεί να διαδραματίσει δυσμενή ρόλο στις πληθωριστικές προσδοκίες. Δεν έχουμε δει ακόμη και τις επιδράσεις στην οικονομική μεγέθυνση, ενώ τα σενάρια εξέλιξης της γεωπολιτικής αβεβαιότητας αλλάζουν συνεχώς.
Τέλος, παρά το ότι η διεθνής οικονομία είναι σήμερα περισσότερο διαφοροποιημένη όσον αφορά στις εφοδιαστικές αλυσίδες διεθνώς, η δυνατότητα αντίδρασης ιδίως των νομισματικών αρχών δυσκολεύει, καθώς ο στόχος είναι μεν οι τιμές, αλλά κανείς δεν μπορεί να αγνοεί τις ενδεχόμενες αρνητικές επιδράσεις στα εισοδήματα, στην απασχόληση και στη δαπάνη. Πολλώ δε μάλλον όταν η άσκηση περιοριστικής νομισματικής πολιτικής μέσω της υψώσεως των επιτοκίων για την πάταξη της αυξήσεων των τιμών δεν προέρχεται από μια προηγούμενη αύξηση της ζήτησης, αλλά από μια αύξηση κόστους προκαλούμενη από αντικειμενικές ελλείψεις σε συγκεκριμένα αγαθά.
*Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδης είναι καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και υποδιοικητής της ΤτΕ.

