Παρά τις ανατιμήσεις στην ενέργεια και τις επιπτώσεις στον τουρισμό, η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση ως προς τις επιπλοκές από την κρίση της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, ο πληθωρισμός ίσως κινηθεί πάνω από το 3% όλο το 2026. Ετσι περιγράφει τα «απόνερα» από τα Στενά του Ορμούζ για την ελληνική οικονομία ο επικεφαλής της αποστολής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Αθήνα, Τζονγκ Σικ Κανγκ. Μιλώντας στην «Κ», παραθέτει τους λόγους για τους οποίους χαρακτηρίζει διατηρήσιμη την ανάπτυξη στην Ελλάδα ακόμη και μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Αποδίδει μάλιστα στις επενδύσεις υπό τη σκέπη του προγράμματος το υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, προβλέποντας για τη συνέχεια μετάβαση της ελληνικής οικονομίας από την ενισχυμένη ζήτηση στην ενισχυμένη προσφορά.
– Πόσο θωρακισμένη είναι οικονομικά η Ελλάδα μέσα στο περιβάλλον που διαμορφώνει ο πόλεμος στο Ιράν;
– Είναι ακόμη νωρίς για να εκτιμηθεί ο ακριβής αντίκτυπος. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ιδιωτική κατανάλωση, διαβρώνοντας τα πραγματικά εισοδήματα και ο τουρισμός θα μπορούσε να επηρεαστεί εάν η σύγκρουση οδηγήσει σε παρατεταμένες διακοπές πτήσεων ή μειώσει την εμπιστοσύνη των ταξιδιωτών.
Ωστόσο, η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση για να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κραδασμούς. Οι ισολογισμοί του δημόσιου τομέα και η ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν βελτιωθεί. Η ισχυρή δημοσιονομική απόδοση τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει χώρο για αντίδραση και οι ισχυρές επενδύσεις –υποστηριζόμενες από το Ταμείο Ανάκαμψης και άλλους πόρους της Ε.Ε.– θα συνεχίσουν να στηρίζουν την εγχώρια ζήτηση.
Οποιαδήποτε στήριξη για τον μετριασμό των επιπτώσεων στις τιμές της ενέργειας θα πρέπει να είναι καλά στοχευμένη και προσωρινή, διατηρώντας παράλληλα τα σήματα των τιμών (σ.σ. δηλαδή να μην παρέμβει σε βαθμό που δεν θα αντικατοπτρίζει την τάση της αύξησης του κόστους της ενέργειας). Αυτό είναι σημαντικό για τον περιορισμό του δημοσιονομικού κόστους και την αποφυγή της αποδυνάμωσης των κινήτρων στο σκέλος της ενεργειακής αποδοτικότητας.
– Πόσο σοβαρή αναμένεται η επίπτωση στον τουρισμό;
– Το αρνητικό μας σενάριο καταδεικνύει ουσιαστική αλλά όχι καταλυτική επίπτωση στον τουρισμό. Θα εξαρτηθεί βέβαια από τη διάρκεια των διαταραχών στις μετακινήσεις. Θα υπάρξει πάντως και κάποια αντισταθμιστική επίδραση από το φαινόμενο υποκατάστασης, όπως έχει συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις (σ.σ. κάποιοι προορισμοί θα αποσπάσουν τουρίστες από προορισμούς που βρίσκονται πιο κοντά στις εστίες της γεωπολιτικής έντασης).
– Είναι διαδεδομένη η αντίληψη στη χώρα μας ότι οι τιμές των καυσίμων και των δευτερογενών προϊόντων δεν ακολουθούν πιστά τις εξελίξεις στο πεδίο της προσφοράς ενέργειας – αυξάνονται πιο γρήγορα. Υπάρχει εδώ ζήτημα προβληματικής λειτουργίας της αγοράς και του ανταγωνισμού;
– Η μετακύλιση των τιμών ενέργειας –η ταχύτητα και το μέγεθος με το οποίο οι παγκόσμιες μεταβολές των τιμών καυσίμων μεταφέρονται στις εγχώριες τιμές χονδρικής και λιανικής– ποικίλλει μεταξύ των χωρών, λόγω διαφορών στο ενεργειακό μείγμα, στη ρύθμιση της αγοράς, στις φορολογικές δομές και σε άλλους παράγοντες. Ο καλύτερος τρόπος για να θωρακιστεί η Ευρώπη από τους κραδασμούς στα ορυκτά καύσιμα είναι να συνεχιστεί η ενεργειακή μετάβαση και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Ελλάδα έχει επεκτείνει σημαντικά την ηλιακή και αιολική παραγωγική ικανότητα τα τελευταία χρόνια, με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 50% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, μετατρέποντας την Ελλάδα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτό βοηθάει την Ελλάδα να έχει από τις φθηνότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε. μέχρι στιγμής φέτος. Η ενοποίηση των αγορών ενέργειας της Ε.Ε. θα βοηθούσε περαιτέρω τη χώρα σας να επιτύχει ενεργειακή ασφάλεια με χαμηλότερες τιμές ενέργειας και λιγότερη ευαλωτότητα.
– Αναμένετε πλέον ένα νέο κύμα πληθωρισμού στην ελληνική οικονομία;
– Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα μειώνεται σταδιακά τους τελευταίους μήνες, παρόλο που παρουσίασε κάποια αστάθεια λόγω ορισμένων παραγόντων. Ωστόσο, εξαιτίας του νέου σοκ στις τιμές της ενέργειας, είναι πιθανό ο γενικός πληθωρισμός να αυξηθεί. Είναι δύσκολο να πούμε πόσο θα αυξηθεί, όμως είναι πιθανό να παραμείνει πάνω από 3% καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Αλλά μόλις τερματιστεί αυτό το σοκ στις τιμές της ενέργειας, αναμένουμε ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει την πτωτική τάση του.
– Αν ο πόλεμος σταματήσει –για παράδειγμα– σε μια εβδομάδα, θα έχουμε και πάλι πληθωρισμό πάνω από 3% κατά τη διάρκεια του έτους;
– Ισως δεν αρκεί να σταματήσει ο πόλεμος. Δεδομένης της αναστάτωσης που έχει ήδη προκληθεί στον τομέα, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε πόσο καιρό θα χρειαστεί συγκεκριμένα για να αποκατασταθεί η παραγωγική και ναυτιλιακή ικανότητα στην περιοχή. Ανάλογα με την τάση και την επιμονή των διεθνών τιμών της ενέργειας, αυτό μπορεί να έχει κάποια επίδραση στον εγχώριο πληθωρισμό.
– Είναι ο επίμονος πληθωρισμός στην Ελλάδα ευρωπαϊκό ή κυρίως ελληνικό φαινόμενο;
– Βασικά, είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Δεν υπάρχει χώρα-μέλος του ΔΝΤ που να μην επηρεάζεται εξίσου.
– Πώς συγκρίνονται τα φορολογικά έσοδα της Ελλάδας σε σχέση με της υπόλοιπης Ευρωζώνης; Παραμένουν ως ποσοστό του ΑΕΠ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρότι οι φορολογικοί συντελεστές είναι από τους υψηλότερους της Ευρώπης.
– Τα συνολικά φορολογικά έσοδα έχουν αυξηθεί σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες χάρη στις συνεχείς μεταρρυθμίσεις συμμόρφωσης και ψηφιοποίησης που διευρύνουν τη φορολογική βάση. Ειδικότερα, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για τη μείωση της φοροδιαφυγής έχουν διευρύνει σημαντικά τη φορολογική βάση και έχουν μειώσει την άτυπη οικονομία, συμβάλλοντας στην απότομη μείωση του κενού συμμόρφωσης με τον ΦΠΑ σε περίπου 9% το 2024 –κοντά στον μέσο όρο της Ε.Ε.– από 24% το 2019. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ έχει αυξηθεί σημαντικά –κατά περισσότερο από επτά ποσοστιαίες μονάδες τα τελευταία 15 χρόνια– φτάνοντας περίπου τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη ή στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Οι επιτυχημένες αυτές μεταρρυθμίσεις έχουν δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για την κατάλληλη στροφή προς την υποστήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης έχουν μειωθεί κατά 4,5% σωρευτικά από το 2019 και το πρόσφατο δημοσιονομικό πακέτο φέτος περιλαμβάνει τη γενική μείωση των συντελεστών φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, η οποία θα βοηθήσει στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Σε γενικές γραμμές, αφού επιδιόρθωσε με επιτυχία τα δημόσια οικονομικά, η ελληνική κυβέρνηση στρέφεται τώρα προς την υποστήριξη και την επιδιόρθωση των οικονομικών του ιδιωτικού τομέα και ιδίως των νοικοκυριών. Η μετάβαση αυτή είναι ομαλή μέχρι στιγμής.
Το παραγωγικό μοντέλο της χώρας αλλάζει σταδιακά
– Ενα ερώτημα που απασχολεί συχνά τη δημόσια συζήτηση είναι κατά πόσο η Ελλάδα έχει αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο μετά την κρίση. Ποια είναι η γνώμη σας;
– Η ελληνική οικονομία μετασχηματίζεται σταδιακά και είναι πιο διαφοροποιημένη σήμερα από ό,τι πριν από μια δεκαετία. Ενας σαφής δείκτης είναι οι εξαγωγές: ο λόγος εξαγωγών προς ΑΕΠ έχει σχεδόν διπλασιαστεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, φτάνοντας πάνω από το 40% του ΑΕΠ. Παράλληλα με τους παραδοσιακούς τομείς υπηρεσιών, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, οι εξαγωγές εμπορευμάτων έχουν επεκταθεί σημαντικά. Αυτό περιλαμβάνει τόσο τομείς όπως το διυλισμένο πετρέλαιο, τα τρόφιμα, τα ποτά και τα γεωργικά προϊόντα, όσο και νεότερους τομείς, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα και τα καλλυντικά.
O λόγος εξαγωγών προς ΑΕΠ έχει σχεδόν διπλασιαστεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, φτάνοντας πάνω από το 40% του ΑΕΠ.
Υπάρχουν ακόμη περιθώρια για αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα. Για την επίτευξη του στόχου θα απαιτηθούν συνεχείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, την υποστήριξη της διαφοροποίησης προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και την εμβάθυνση των δεσμών μεταξύ των εξαγωγέων και της υπόλοιπης οικονομίας. Οι μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο Ε.Ε., ιδίως η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της, θα ενισχύσουν επίσης τις εγχώριες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της Ελλάδας και θα υποστηρίξουν περαιτέρω τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
– Πάντως, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Πού το αποδίδετε;
– Βραχυπρόθεσμα υπάρχει πράγματι ένα πολύ επίμονο, μεγάλο έλλειμμα, που όμως οφείλεται κυρίως στη μεγάλη επενδυτική άνθηση την οποία υποστήριξαν οι χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Δεν εκδηλώνεται δηλαδή μία ακόμη εγχώρια ανισορροπία, όπως συνέβαινε στην περίοδο πριν από την κρίση. Από τη δική μας οπτική, μόλις μετριαστεί αυτό το επενδυτικό μπουμ λόγω του ευρωπαϊκού προγράμματος και η οικονομία βρεθεί πλέον σε μια πιο βιώσιμη αναπτυξιακή βάση, τότε αναμένουμε ότι σταδιακά, με τη βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, αυτό το έλλειμμα θα μειωθεί μεσοπρόθεσμα. Τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ γρήγορη η ανάκαμψη από την πλευρά της ζήτησης. Θεωρούμε όμως ότι στη συνέχεια θα ενισχυθεί η πλευρά της προσφοράς στην ελληνική οικονομία, η οποία και θα καλύψει την ανάκαμψη από την πλευρά της ζήτησης. Ζητούμενο είναι να μειωθεί στο τέλος συνολικά το τρέχον έλλειμμα.
Αύξηση επενδύσεων και μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
– Ηταν το Ταμείο Ανάκαμψης που κράτησε το θετικό πρόσημο μπροστά από το ελληνικό ΑΕΠ; Τι να περιμένουμε μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος;
– Η πρόσφατη ισχυρή ανάπτυξη στην Ελλάδα υποστηρίχθηκε από τη σημαντική αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και την απρόσκοπτη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με την αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2024, η Ελλάδα ξεχωρίζει για τη βραχυπρόθεσμη ώθηση της παραγωγής, με τη σωρευτική μέγιστη επίδραση να εκτιμάται σε περίπου 4,5% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους – πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η πρόσφατη ισχυρή ανάπτυξη και η επανέναρξη της εισοδηματικής σύγκλισης έχουν δημιουργήσει μια σταθερή βάση για την αντιμετώπιση των υπολειπόμενων κληροδοτημάτων της κρίσης και των διαρθρωτικών ανισορροπιών, κάτι που είναι απαραίτητο για τη βιώσιμη ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Δεν αναμένουμε απότομη πτώση των επενδύσεων μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι θα λήξει πρώτα η συνιστώσα των επιχορηγήσεων, όμως για τα επόμενα τρία χρόνια θα συνεχιστεί η συνιστώσα των δανείων του προγράμματος. Η Ελλάδα θα συνεχίσει επίσης να απορροφά πόρους και από άλλα διαρθρωτικά ταμεία της Ε.Ε., όπου η εκτέλεση ήταν τελευταία χαμηλή προκειμένου να δοθεί προτεραιότητα στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αναμένεται επίσης να ενισχυθούν, καθώς βελτιώνονται οι προοπτικές ανάπτυξης. Συνολικά, παρά τη λήξη των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, προβλέπουμε ότι οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ θα συνεχίσουν να αυξάνονται μεσοπρόθεσμα.

