Πάνω από τρία εκατομμύρια πολίτες θα υποστούν φέτος –ή και φέτος– πραγματική μείωση εισοδήματος. Διότι ενώ με την ανακοίνωση του κατώτατου μισθού ολοκληρώθηκε η εισοδηματική πολιτική για το 2026, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που ήταν να δοθεί σε επίπεδο αύξησης εισοδήματος δόθηκε, στο μέτωπο των τιμών ο φόβος των ανατιμήσεων γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος. Από τώρα είναι σαφές ότι το σύνολο των συνταξιούχων, σημαντικός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων –κυρίως αυτοί που δεν έχουν παιδιά ή έχουν ένα– αλλά και αρκετές δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, δεν θα καταφέρουν να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής λόγω του πολέμου.
Μέσα στην εβδομάδα θα ανακοινωθούν τα στοιχεία του πληθωρισμού για τον Μάρτιο και οι πιθανότητες να αποτυπωθεί ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 3% είναι πολύ αυξημένες μετά την ξέφρενη πορεία των τιμών των καυσίμων μέσα στον μήνα που φεύγει. Αυτό σημαίνει ότι η πρόβλεψη που έχει γίνει στον προϋπολογισμό του 2026 για συγκράτηση του πληθωρισμού –σε μέσο ετήσιο επίπεδο– στο 2,1% είναι ήδη εκτός στόχων. Ηδη προγραμματίζεται στο τέλος του μήνα, στο πλαίσιο κατάθεσης των επικαιροποιημένων εκτιμήσεων στην Κομισιόν (σ.σ. μετά το Πάσχα υποβάλλουμε το Annual Progress Report) να αναθεωρηθεί προς τα πάνω ο ετήσιος στόχος και μάλιστα πάνω από το 3%. Αυτό θα είναι και το ποσοστό με το οποίο θα πρέπει να συγκριθούν οι καθαρές μεταβολές των εισοδημάτων, δηλαδή αυτές που προκύπτουν μετά την αφαίρεση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών. Η άσκηση δείχνει ότι οι συνταξιούχοι θα μείνουν κάτω από τον πήχυ. Επίσης, δεν θα τον περάσουν όσοι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα μείνουν χωρίς συλλογική σύμβαση, αλλά και μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων που δεν πήραν έμμεση αύξηση στα καθαρά τους μέσα από την αλλαγή της φορολογικής κλίμακας.
Στη χειρότερη θέση με τις μεγαλύτερες απώλειες συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι χωρίς παιδιά ή με ένα και εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα χωρίς συλλογική σύμβαση.
Το σύνολο των συνταξιούχων της χώρας αναμένεται να υποστεί φέτος μείωση του πραγματικού εισοδήματος, καθώς η αύξηση που δόθηκε στο καθαρό εισόδημα θα είναι μικρότερη του πληθωρισμού. Τα 2,52 εκατομμύρια πολίτες που έχουν αποσυρθεί από την «ενεργό δράση», έλαβαν αύξηση 2,4% μόνο στο μεικτό ποσό των κύριων συντάξεων. Επίσης, όσοι υπόκεινται στη λεγόμενη προσωπική διαφορά είδαν την κύρια σύνταξή τους να αυξάνεται κατά 1,2% λόγω της κατάργησης του 50% της «ποινής». Ακόμη και γι’ αυτούς που έλαβαν ολόκληρο το 2,4%, η πραγματική καθαρή αύξηση στο εισόδημα είναι πολύ μικρότερη. Αν υποθέσουμε ότι ένας συνταξιούχος λαμβάνει 1.000 ευρώ κύρια σύνταξη μεικτά και 200 ευρώ επικουρική, από την 1/1/2026 πήρε αύξηση 24 ευρώ, δηλαδή το 2,4% των 1.000 ευρώ. Στα 1.200 ευρώ όμως που είναι το συνολικό του εισόδημα, τα 24 ευρώ αντιστοιχούν σε 2%. Και για τους υπαγόμενους στην προσωπική διαφορά σε μόλις 1%. Αυτά τα ποσοστά ήταν ούτως ή άλλως χαμηλότερα από τον προβλεπόμενο πληθωρισμό του 2026 και πριν από τον πόλεμο. Τώρα, απλώς θα μεγαλώσει η «ζημιά», δηλαδή η απόσταση της πραγματικής αύξησης του μισθού από την αντίστοιχη θετική μεταβολή του κόστους διαβίωσης.
Η πρόβλεψη που έχει γίνει στον προϋπολογισμό του 2026 για συγκράτηση του πληθωρισμού –σε μέσο ετήσιο επίπεδο– στο 2,1% είναι ήδη εκτός στόχων.
Στους δημοσίους υπαλλήλους, το κριτήριο για το αν θα μπορέσει κάποιος να καλύψει με την αύξηση του καθαρού μισθού του το αυξημένο κόστος ζωής έστω και οριακά, είναι ο αριθμός των παιδιών του. Στον γενικό πληθυσμό των δημοσίων υπαλλήλων (σ.σ. εξαιρουμένων δηλαδή ενστόλων και άλλων ειδικών ομάδων που έλαβαν ονομαστικές αυξήσεις και στον μισθό του Ιανουαρίου), η μεικτή αύξηση των 40 ευρώ υπολείπεται σχεδόν για όλους (πλην των νεοεισερχομένων) του πληθωρισμού. Τα 1.807 ευρώ μεικτά υπαλλήλου τεχνολογικής εκπαίδευσης χωρίς θέση ευθύνης με 20 χρόνια προϋπηρεσίας και δύο παιδιά, γίνονται τον Απρίλιο 1.847 ευρώ. Και τα καθαρά, από 1.290 ευρώ τον Δεκέμβριο, γίνονται τώρα 1.350 καθώς είχε προηγηθεί η αύξηση στα 1.324 ευρώ τον Ιανουάριο λόγω της ενεργοποίησης της νέας φορολογικής κλίμακας. Ετσι, στα καθαρά του, ο μισθωτός του Δημοσίου με τα δύο παιδιά, φτάνει να λαμβάνει αύξηση 4,65%, ποσοστό που συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες να είναι μεγαλύτερο από τον πληθωρισμό του 2026. Δεν ισχύει το ίδιο για τον εργαζόμενο στο Δημόσιο χωρίς παιδιά. Τα 2.159 ευρώ που είναι ο μεικτός μισθός του, έγιναν τώρα 2.199 ευρώ. Και τα καθαρά, από τα 1.469 ευρώ τον Δεκέμβριο, ανέβηκαν στα 1.485 ευρώ και τώρα στα 1.508 ευρώ. Αρα, η μεικτή αύξηση είναι 1,85% και η καθαρή 2,65%. Αυτά τα ποσοστά είναι ήδη από το πρώτο τρίμηνο χαμηλότερα από τον ρυθμό μεταβολής των τιμών.
Στον ιδιωτικό τομέα, η καθαρή ποσοστιαία αύξηση του κατώτατου μισθού διαμορφώνεται περίπου στο 3,7% (σ.σ. είναι τα 28 ευρώ που δίδονται καθαρά), ενώ η μεικτή αύξηση είναι λίγο μεγαλύτερη από το 4,55%. Το αν θα φτάσει ο πληθωρισμός σε αυτό το επίπεδο, θα φανεί το επόμενο διάστημα αν και οι ειδικοί το θεωρούν πολύ πιθανό ειδικά αν παραταθεί –πόσο μάλλον αν ενταθεί– ο πόλεμος. Για τους δικαιούχους του κατώτατου μισθού, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: γι’ αυτούς ο δείκτης τιμών καταναλωτή τρέχει με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον γενικό δείκτη τιμών καθώς οι χαμηλόμισθοι διαθέτουν πολύ μεγαλύτερο κομμάτι του μισθού τους για διατροφή, στέγαση και μεταφορές. Δηλαδή για προϊόντα και υπηρεσίες στα οποία καταγράφονται οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις. Για παράδειγμα, ήδη από τον Φεβρουάριο, ο πληθωρισμός των τροφίμων «τρέχει» με ποσοστό άνω του 5%. Και ένα νοικοκυριό χαμηλόμισθων μπορεί να διαθέτει ακόμη και πάνω από το 25%-30% του συνολικού εισοδήματος για την κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης.
Οι δικαιούχοι του κατώτατου μισθού αντιστοιχούν μόλις στο ένα πέμπτο των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Αρα, δύο εκατομμύρια ιδιωτικοί υπάλληλοι περιμένουν την υπογραφή κάποιας συλλογικής σύμβασης, όπως συνέβη προ ημερών με τον κλάδο του επισιτισμού για τους 400.000 εργαζομένους σε αυτόν. Οποιοι μείνουν χωρίς συλλογική σύμβαση, άρα χωρίς αύξηση στα μεικτά, είναι προφανές ότι θα έχουν και τη μεγαλύτερη πραγματική απώλεια εισοδήματος.

