Τον ίδιο όγκο προϊόντων αγοράζουν τα τελευταία 20 χρόνια στην Ελλάδα οι καταναλωτές, σε μια μέση τιμή όμως υψηλότερη κατά 30% σε σύγκριση με 20 χρόνια πριν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα η NielsenIQ στο ετήσιο συνέδριό της «Shopper Trends».
Αν και οι τιμές υποχώρησαν στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, οι διαδοχικές κρίσεις από τα μέσα του 2021 (εφοδιαστική, ενεργειακή – πληθωριστική κρίση λόγω πολέμου στην Ουκρανία και η νέα κρίση τώρα) εκτόξευσαν τις τιμές των βασικών ειδών σούπερ μάρκετ και συνολικά το κόστος ζωής στα ύψη. Μόνο σε σχέση με το 2022, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι τιμές των τροφίμων είναι υψηλότερες, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κατά 22%, ενώ σε σύγκριση με το 2020 είναι υψηλότερες κατά 37,81%.
Το παραπάνω άλλωστε εξηγεί εν πολλοίς –και παρά το γεγονός της υποδήλωσης των πραγματικών εισοδημάτων– γιατί η Ελλάδα βρέθηκε το 2025 στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε ό,τι αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης και δη στο 68% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε πρόσφατα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) το ποσοστό του πληθυσμού με σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις ανήλθε το 2025 (με έτος αναφοράς εισοδήματος το 2024) σε 14,9% από 14% το 2024, ισοφαρίζοντας το υψηλό πενταετίας που είχε καταγραφεί το 2020. Μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ελλάδα μαζί με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία είναι οι τρεις χώρες με διψήφιο ποσοστό πληθυσμού σε υλική ή κοινωνική στέρηση.
Οι τιμές των τροφίμων σε σχέση με το 2020 είναι υψηλότερες κατά 37,81%.
Αύξηση για δεύτερη συνεχή χρονιά σημείωσε και το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας, φτάνοντας στο 27,5% το 2025 από 26,9% το 2024 και αποτελώντας το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία (30%). Το ποσοστό φτώχειας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις, επιδόματα κ.ο.κ.), παρέμεινε στα επίπεδα του 2024 και το 2025, 19,6%, από 18,9% το 2023.
Δεδομένων των παραπάνω η λιτότητα, σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε η εταιρεία Circana, γίνεται τρόπος ζωής για μεγάλη μερίδα των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Ποιες είναι οι στρατηγικές αντιμετώπισης του κόστους ζωής; Το 84% επισκέπτεται λιγότερο συχνά τα εστιατόρια, κάτι άλλωστε που καταγράφηκε και στον μειωμένο τζίρο της εστίασης το 2025. Επίσης, το 84% δαπανά λιγότερα χρήματα για είδη ένδυσης – υπόδησης, το οποίο επίσης αποτυπώθηκε στον τζίρο του παραδοσιακού λιανεμπορίου την προηγούμενη χρονιά, το 81% μειώνει τις δαπάνες για διασκέδαση, το 79% περιορίζει τα ταξίδια και τις διακοπές.
Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται στην καταναλωτική συμπεριφορά και σε ό,τι αφορά τις αγορές από τα σούπερ μάρκετ, με την αξία πλέον να κερδίζει τη μάρκα. Το 60% των καταναλωτών δηλώνει ότι αγοράζει κυρίως προϊόντα που βρίσκονται σε προσφορά, το 57% περιορίζει τις αγορές των μη αναγκαίων προϊόντων, το 52% προβαίνει σε σύγκριση τιμών και επιλέγει το φθηνότερο προϊόν, ενώ πάνω από 4 στους 10 δηλώνουν πλέον προτίμηση στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Παρά την αύξηση των μισθών (η έρευνα πραγματοποιήθηκε πριν από τις ανακοινώσεις για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου 2026) ο μεγαλύτερος παράγοντας οικονομικής αβεβαιότητας για τα νοικοκυριά στην Ελλάδα και μάλιστα με διαφορά από τους άλλους παραμένει, σύμφωνα με την έρευνα, το ύψος των μισθών σε σχέση με τις τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Ακολουθεί με μεγάλη διαφορά η κατάσταση των θεσμών της χώρας, η κατάσταση κρίσιμων κρατικών δομών, το επίπεδο διαφάνειας και διαφθοράς και το κόστος κατοικίας.
Ποιο είναι ίσως το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα; Παρά το ότι οι παραπάνω παράγοντες ανασφάλειας δεν έχουν την ίδια σημασία για το σύνολο της κοινωνίας, η αίσθηση του μέτριου προς χαμηλού επιπέδου ευημερίας είναι γενικευμένη στην ελληνική κοινωνία.

