Εσι Νέλσον, Ρίβερ Ακίρα Ντέιβις / The New York Times
Για τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, η προοπτική ενός παρατεταμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή εγκυμονεί τον κίνδυνο δημοσιονομικών πιέσεων στους ήδη ζορισμένους προϋπολογισμούς τους. Κυβερνητικά στελέχη από το Λονδίνο μέχρι τη Σεούλ και την Μπανγκόκ αρχίζουν να αντιμετωπίζουν ένα πολύ ενοχλητικό δίλημμα: να δαπανήσουν περισσότερα για να προστατεύσουν τους πολίτες τους από το αυξανόμενο κόστος της ενέργειας, διακινδυνεύοντας να εξοργίσουν τους επενδυτές, ή να επιλέξουν τη δημοσιονομική πειθαρχία και να αντιμετωπίσουν το πολιτικό κόστος που σίγουρα θα ακολουθήσει.
Καμία χώρα δεν θα μείνει αλώβητη, αλλά το πρόβλημα θα είναι ιδιαίτερα οξύ σε χώρες της Ευρώπης και της Ασίας που εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και ο πληθωρισμός αποτελεί οικονομικό και πολιτικό ζήτημα.
Οσες κυβερνήσεις έχουν μεγάλο χρέος βλέπουν τους πιστωτές τους να ανησυχούν για τα δημόσια οικονομικά τους που επιβαρύνονται από τις αμυντικές δαπάνες τους, τις κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες, τη γήρανση του πληθυσμού τους και τις επενδύσεις σε έργα υποδομής. Την ίδια στιγμή είναι ακόμη ορατά τα σημάδια της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Ορισμένες χώρες έσπευσαν να προσφέρουν βοήθεια μόλις είδαν να κλιμακώνεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Οι πιστωτές ανησυχούν για τα κράτη με υψηλό χρέος, καθώς επιβαρύνονται από τις αμυντικές δαπάνες και τη γήρανση του πληθυσμού.
Η Πορτογαλία μείωσε τους φόρους στο ντίζελ, η Ελλάδα επέβαλε όριο στα περιθώρια κέρδους στα καύσιμα και σε ορισμένα είδη διατροφής. Στη Νότια Κορέα η κυβέρνηση εξετάζει την επέκταση ενός προγράμματος επιδοτήσεων στην ενέργεια για τα νοικοκυριά.
Τα μέτρα δημοσιονομικής φύσης είναι ελάχιστα και προορίζονται κυρίως στη μείωση του κόστους των καυσίμων για τους οδηγούς και μέχρι στιγμής το κόστος ήταν ανεκτό. Τώρα όμως που το Ιράν έχει πλήξει εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας στο Κατάρ και στη Σαουδική Αραβία ως αντεκδίκηση για τα πλήγματα στο κοίτασμα φυσικού αερίου Σάουθ Παρς, η διακοπή των ροών της ενέργειας δεν είναι εύκολα αντιμετωπίσιμη.
Το 80% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, προορίζεται για τις ασιατικές αγορές. Ορισμένες αεροπορικές εταιρείες της Ασίας ανησυχούν πως θα μείνουν χωρίς καύσιμα και στο Μπανγκλαντές η κυβέρνηση έθεσε όριο στην κατανάλωση καυσίμων, ενώ έκλεισε τα πανεπιστήμια. Πολλές τοπικές αρχές στις Φιλιππίνες υιοθέτησαν την εβδομάδα τεσσάρων ημερών. Οι ευρωπαϊκές χώρες εισάγουν συγκριτικά περιορισμένες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή, οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύονται και στην Ευρώπη. Αναλυτές προειδοποιούν πως οι Ευρωπαίοι θα αντιμετωπίσουν επιθετικό ανταγωνισμό από τις ασιατικές χώρες για να εξασφαλίσουν φυσικό αέριο από άλλες περιοχές και ο ανταγωνισμός αυτός θα εξωθήσει περαιτέρω τις τιμές.
Σύμφωνα με τον Σαντέρ Τορντουά, οικονομολόγο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μεταρρυθμίσεων, συνολικά η οικονομική κατάσταση των ευρωπαϊκών χωρών είναι γενικά καλή, αλλά αν επαναλάβουν τα μέτρα στήριξης που είχαν προσφέρει οι κυβερνήσεις σε καταναλωτές και επιχειρήσεις το 2022, τότε θα έχουν σοβαρό πρόβλημα. Τότε, το 2022 οι επιδοτήσεις των χωρών της Ε.Ε. στην ενέργεια σχεδόν διπλασιάστηκαν σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, φτάνοντας στα 397 δισ. ευρώ. Μέσα σε μια διετία η βρετανική κυβέρνηση παρείχε στήριξη ύψους περίπου 87 δισ. ευρώ μεταξύ των οποίων και οι επιδοτήσεις των λογαριασμών του ρεύματος για τα νοικοκυριά.
Η κατάσταση των ευρωπαϊκών χωρών είναι καλή, αλλά αν επαναλάβουν τα μέτρα στήριξης του 2022 τότε θα έχουν σοβαρό πρόβλημα.
Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, η Γερμανία, έχει πολύ περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, όπως τονίζει ο Μαρσέλ Φράτζερ, πρόεδρος του γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών. Το 2022, το Βερολίνο μείωσε τους φόρους στην κατανάλωση βενζίνης και ντίζελ για μερικούς μήνες και το μέτρο κόστισε 3 δισ. ευρώ. Αν τώρα οι τιμές του πετρελαίου και του αερίου παραμείνουν στα υφιστάμενα επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους, ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας θα μειωθεί στο 0,5%. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη Γαλλία. Μολονότι είναι σε μεγάλο βαθμό θωρακισμένη ενεργειακά χάρη στην εγχώρια παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, η γαλλική κυβέρνηση αγωνίζεται να μειώσει το χρέος της χώρας και δεν μπορεί να αντέξει μεγάλες δαπάνες.
Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία προσφέρουν ένα φωτεινό παράδειγμα. Αλλοτε στιγματίστηκαν από το υψηλό χρέος τους και τη δημοσιονομική τους χαλαρότητα, αλλά τώρα αυτές οι τρεις χώρες είναι ενισχυμένες δημοσιονομικά, είτε επειδή έχουν μειώσει το χρέος τους, όπως η Ισπανία, είτε επειδή έχουν επιταχύνει την ανάπτυξή τους.
Η πολιτική πίεση

Αναφερόμενος στα διλήμματα των κυβερνήσεων και στην ανάγκη να στηρίξουν πολίτες και επιχειρήσεις, ο Ανχελ Ταλαβέρα, οικονομολόγος στην Oxford Economics, τονίζει πως «είναι σημαντικό αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, αλλά η πολιτική πίεση είναι ο κυριότερος μοχλός που κινεί τα πράγματα τώρα».
5
δισ. ευρώ θα κοστίσουν τα μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε χθες η κυβέρνηση της Ισπανίας.
Θα είναι επώδυνο

Θυμίζοντας την κλίμακα των μέτρων και των δαπανών που αποφάσισαν οι κυβερνήσεις κατά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση του 2022, ο Σαντέρ Τορντουά, οικονομολόγος του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης, τόνισε πως «αν είναι τέτοια η κλίμακα των δαπανών που χρειάζονται τώρα, είναι εφικτό αλλά θα είναι επώδυνο».
0,5%
μόνον θα είναι η ανάπτυξη της Γερμανίας αν χρειαστεί να λάβει μέτρα αντίστοιχα με το 2022.
Το Βερολίνο δυσκολεύεται

Αντιδιαστέλλοντας την κατάσταση με την ενεργειακή κρίση του 2022 ο Μαρσέλ Φράτζερ, πρόεδρος του γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Ερευνας, επισημαίνει πως «τίποτε από όλα όσα έκανε τότε δεν μπορεί να κάνει η κυβέρνηση της Γερμανίας με τον υφιστάμενο προϋπολογισμό της, και το πράγμα μόλις έχει αρχίσει».

