Αρθρο του Γεώργιου Χριστοδουλάκη στην «Κ»: Βιώσιμη χρηματοδότηση από τις αναπτυξιακές τράπεζες της Ευρώπης

Αρθρο του Γεώργιου Χριστοδουλάκη στην «Κ»: Βιώσιμη χρηματοδότηση από τις αναπτυξιακές τράπεζες της Ευρώπης

Ποιος χρηματοδοτεί πραγματικά τη μετάβαση στη βιωσιμότητα; Οι αγορές, οι τράπεζες ή τελικά το Δημόσιο; Και με ποια κριτήρια;

4' 17" χρόνος ανάγνωσης

Ποιος χρηματοδοτεί πραγματικά τη μετάβαση στη βιωσιμότητα; Οι αγορές, οι τράπεζες ή τελικά το Δημόσιο; Και με ποια κριτήρια; Το ερώτημα αυτό γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο για τις αναπτυξιακές τράπεζες της Ευρώπης, οι οποίες υποτίθεται ότι πρωτοστατούν στην πράσινη μετάβαση. Η συνήθης οπτική τείνει να συγκρίνει τα βραχυχρόνια κόστη από την προσαρμογή και τη συμμόρφωση στη βιωσιμότητα με τα οφέλη και τις ευκαιρίες ανάπτυξης στο μέλλον.

Η οπτική αυτή συχνά οδηγεί στο φαινόμενο που διεθνώς αποδίδεται ως αποσύνδεση (disconnection), όπου η επιχείρηση βλέπει ως αντικίνητρο το γεγονός ότι ξοδεύει τώρα για να λάβει στο απώτερο μέλλον ενδεχόμενα οφέλη τα οποία μοιράζεται με την ευρύτερη οικονομία, ιδίως όσον αφορά τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό πυλώνα του προτύπου ESG. Μια πιο προηγμένη οπτική που ξεφεύγει από την απλοποίηση κόστος vs όφελος αφορά στην αξιολόγηση του κινδύνου βιωσιμότητας, ως ένα εν δυνάμει γεγονός ή κατάσταση, το οποίο δύναται να προκαλέσει ζημία σε μια επένδυση ή πίστωση. Ορισμός ο οποίος διατρέχει όλους τους επίσημους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη βιωσιμότητα.

Είναι σαφές ότι και στις δύο οπτικές συνυπάρχει το ιδιωτικό με το δημόσιο συμφέρον, είτε μέσω συμμετοχής στις ευκαιρίες ανάπτυξης είτε μέσω διάχυσης της ζημίας. Ετσι, δεδομένου ότι ιδιωτικό και δημόσιο συμφέρον αλληλοδιαπλέκονται, τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα ποιος χρηματοδοτεί τη βιωσιμότητα και με ποιους όρους, ώστε η επιχείρηση να καρπωθεί μια έκπτωση στο κόστος κεφαλαίου (sustainability premium). Οι αγορές μετοχικού και πιστωτικού κεφαλαίου ως πρώτο κανάλι χρηματοδότησης αποτιμούν αρνητικά, σύμφωνα με πρόσφατα ερευνητικά αποτελέσματα, τόσο τα ζημιογόνα γεγονότα βιωσιμότητας όσο και την ασάφεια ή αστάθεια των αξιολογήσεων ESG. Ταυτόχρονα, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ως δεύτερο κανάλι χρηματοδότησης αξιολογούν τη βιωσιμότητα κάθε αιτούμενης επιχείρησης βασιζόμενα σε κριτήρια, κατ’ ελάχιστον, σύμφωνα με τις εκάστοτε υποδείξεις των εποπτικών αρχών. Με ποια ακριβώς κριτήρια και σε ποιο βαθμό, έχει να κάνει με τη χώρα λειτουργίας και το εποπτικό της πλαίσιο, αλλά και την αποστολή και κουλτούρα διακυβέρνησης του κάθε οργανισμού. Θα ήταν λοιπόν αναμενόμενο χρηματοδοτικοί οργανισμοί με έντονο το στοιχείο του δημοσίου συμφέροντος να πρωτοστατούν στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας υιοθετώντας την πιο προηγμένη προσέγγιση. Είναι όμως έτσι;

Αναλύσαμε τις ετήσιες αναφορές βιωσιμότητας για το έτος 2024 σε 123 δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες και οργανισμούς, οι οποίοι αποτελούν ουσιαστικά το σύμπαν των οργανισμών αυτού του τύπου στην Ευρώπη. Η αξιολόγηση κατέταξε κάθε τράπεζα σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες σχετικά με την –εντός εποπτικού πλαισίου– ανταπόκρισή της στην αξιολόγηση του κινδύνου βιωσιμότητας και τη συμμετοχή της αξιολόγησης αυτής στη λήψη αποφάσεων χρηματοδότησης: α) πρόβλεψη του κινδύνου βιωσιμότητας, β) κατάταξη, αλλά όχι πρόβλεψη κινδύνου, γ) μη δέσμευση στην αξιολόγηση κινδύνου, αποφάσεις βάσει της χρήσης των πόρων (use of proceeds), και δ) άγνοια κινδύνου, καμία χρήση κριτηρίου βιωσιμότητας.

Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αξιολογούν τη βιωσιμότητα κάθε αιτούμενης επιχείρησης βασιζόμενα σε κριτήρια, κατ’ ελάχιστον, σύμφωνα με τις εκάστοτε υποδείξεις των εποπτικών αρχών.

Η εικόνα εύγλωττα μαρτυράει ότι πολύ λίγοι οργανισμοί επιλέγουν μια διαχείριση κινδύνου βιωσιμότητας με το βλέμμα στο μέλλον (forward-looking), ενώ πολλοί εντάσσονται στην κατηγορία που κατατάσσει τον κίνδυνο βιωσιμότητας με κάποιο κριτήριο, ουσιαστικά με το βλέμμα στο παρελθόν (backward-looking). Χωρίς να αποκλείεται η τάση μετάβασης –συν τω χρόνω– από την κατηγορία κατάταξης σε αυτήν της πρόβλεψης, η περισσότερο ανησυχητική εικόνα προέρχεται από τις δύο τελευταίες κατηγορίες μη δέσμευσης και άγνοιας του κινδύνου βιωσιμότητας, οι οποίες αφορούν περίπου το μισό του πληθυσμού των οργανισμών, οι οποίοι δεν ενσωματώνουν ουσιαστικά τον κίνδυνο βιωσιμότητας στις αποφάσεις χρηματοδότησης. Στην πρώτη περίπτωση, η μη δέσμευση στο κριτήριο κινδύνου οδηγεί στην κατανομή των πιστώσεων αποκλειστικά βάσει της κατά δήλωση χρήσης τους, ελπίζοντας μόνο στα οφέλη μετάβασης. Στη δεύτερη περίπτωση, η ζωή συνεχίζεται σαν να μην υπάρχουν ζημίες και οφέλη βιωσιμότητας. Η γεωγραφική κατανομή δείχνει ότι στην προηγμένη κατηγορία πρόβλεψης του κινδύνου τείνουν να κατατάσσονται οργανισμοί είτε από τη Βόρεια Ευρώπη είτε αυξημένου μεγέθους λόγω διεθνούς συμμετοχής στο κεφάλαιο, στην τελευταία κατηγορία οργανισμοί από την Ανατολική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ στις μεσαίες κατηγορίες τείνει να διασπείρεται ο κορμός του πληθυσμού τους.

Πόσο συνεπής είναι αυτή η εικόνα με την προσδοκία μας για την προώθηση της βιωσιμότητας από οργανισμούς δημοσίου συμφέροντος και ποιο πρότυπο προβάλλεται για την πραγματική αποτίμηση του κινδύνου βιωσιμότητας; Οι ρυθμιστικές πολιτικές που θα μπορούσαν να ασκηθούν, ώστε να δούμε μετάβαση οργανισμών από την αναισθησία στην ευαισθησία ως προς τον κίνδυνο, φαίνεται να παίρνουν τη λάθος στροφή. Το 2024 η Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) ψήφισε τον Κανονισμό (Ε.Ε.) 2024/3005 για τη ρύθμιση των οργανισμών αξιολόγησης βιωσιμότητας (ESG rating providers), χωρίς καν να υιοθετεί τον δικό της ορισμό κινδύνου, ο οποίος διαπνέει όλους τους προηγούμενους Κανονισμούς. Ετσι, πιθανότατα ως αποτέλεσμα συμβιβασμών, η Ε.Ε. κατέγραψε την πρώτη αποτυχία στην ηγετική της πορεία προς τη βιωσιμότητα. Μια σοβαρή χρήση των αξιολογήσεων διαβάθμισης βιωσιμότητας (ESG ratings) θα επιφύλασσε ρόλο σε κάποια αναλογία με αυτό των πιστωτικών διαβαθμίσεων (credit ratings), κάτι που υπό τις τρέχουσες αποφάσεις δεν είναι δυνατόν πια να συμβεί. Ωστόσο, τον δρόμο φαίνεται να δείχνει πλέον η Κίνα, η οποία με οδηγία του υπουργείου Οικονομικών το 2024 όχι μόνο στην ουσία υιοθετεί τον ευρωπαϊκό ορισμό κινδύνου βιωσιμότητας, αλλά επεκτείνεται στην ταυτόχρονη εξέταση κινδύνων και ευκαιριών, και απαιτεί την εκτίμηση της πιθανότητας και επίπτωσής τους και τη δημοσιοποίηση των ενδεχόμενων οικονομικών αποτελεσμάτων.

*Ο κ. Γεώργιος Χριστοδουλάκης είναι αν. καθηγητής στο Alliance Manchester Business School, UK και ιδρυτής της Ratings Logic.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT