Οι τηλεοπτικές εικόνες με τους βομβαρδισμούς, τους πυραύλους που εκτοξεύονται, τις θεαματικές εκρήξεις, τις κατεστραμμένες υποδομές και, προπαντός, τις ανθρώπινες απώλειες σκιαγραφούν το δράμα του πολέμου. Αλλά οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η προηγούμενη επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα αποκαλύπτουν κάτι παραπάνω: έναν «πόλεμο πίσω από τον πόλεμο».
Η Βενεζουέλα, η οποία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, μετά την αμερικανική επέμβαση σχεδόν σταμάτησε να τροφοδοτεί τόσο τη δυτική αγορά όσο και τις ασιατικές, που είχαν καταστεί προνομιακοί πελάτες της. Αυτό προκάλεσε μια μικρή, αλλά σημαντική πρώτη μεταβολή στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν τείνει να μετατρέψει την προειδοποιητική αυτή πίεση σε κρίση. Τα Στενά του Ορμούζ είναι η μεγαλύτερη ενεργειακή «κάνουλα» του κόσμου, από την οποία διέρχεται περίπου το 25% της παγκόσμιας παραγωγής. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει το μεγαλύτερο σοκ στην προσφορά πετρελαίου από το 1973 και σίγουρα θα μπορούσε να ρίξει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση.
Ηδη από τις πρώτες μέρες του πολέμου οι αγορές ενέργειας χρεώνουν το λεγόμενο «ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου», με αποτέλεσμα αυξήσεις τιμών όχι λόγω πραγματικής έλλειψης, αλλά εξαιτίας του φόβου ότι επίκειται έλλειψη. Ακόμη χειρότερα, η σταδιακή επιβεβαίωση των φόβων για αύξηση τιμών επιφέρει κλυδωνισμούς που διαχέονται γρήγορα στην παγκόσμια οικονομία. Οι πρόσφατες αυξήσεις των τιμών ενέργειας έχουν ήδη εγείρει ανησυχίες ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να χρειαστεί να αναβάλουν τις μέχρι πρότινος αναμενόμενες μειώσεις επιτοκίων ή και να προχωρήσουν σε αυξήσεις, καθώς θα επανεμφανίζονται πληθωριστικές πιέσεις.
Στην παρούσα κρίση οι οικονομίες που είναι πιο ευάλωτες είναι οι ασιατικές. Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα βρίσκονται στο επίκεντρο του κινδύνου, διότι εξαρτώνται κυρίως από πετρέλαιο που περνάει από τον Κόλπο. Τέσσερα πέμπτα της ροής από τα Στενά του Ορμούζ κατευθύνονται ανατολικά. Αυτές οι οικονομίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην εισαγόμενη ενέργεια για να στηρίξουν τη βιομηχανική παραγωγή τους και τα δίκτυα μεταφορών τους. Είναι οι πρώτες οικονομίες που βάλλονται και θα είναι οι πρώτες, αν ο πόλεμος συνεχιστεί, που θα υποστούν τις επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά τους.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση, προφανώς, δεν θα μείνει ανεπηρέαστη. Η ουκρανική κρίση του 2022 έδειξε πόσο γρήγορα οι ελλείψεις ενέργειας μπορούν να αποσταθεροποιήσουν την οικονομία της, και παρόλο που ενεργοποίησε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού την τελευταία τριετία, η κρίση στον Κόλπο θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και θα μειώσει τις προοπτικές ανάπτυξης.
Οι συνέπειες όμως επεκτείνονται και στη Ρωσία, θετικά αυτή τη φορά. Μετά τις κυρώσεις του 2022, οι εξαγωγές της κατευθύνονταν στην Ασία. Αλλά οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορεί να αναγκάσουν τη Δύση να χαλαρώσει τους περιορισμούς στη ροή του ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ηδη η Αμερική έχει εξαγγείλει τα πρώτα μέτρα. Η Ευρώπη δεν θα αργήσει να ακολουθήσει. «Η ενέργεια πάντα υπονομεύει τις γεωπολιτικές στρατηγικές», έλεγε ο Κίσινγκερ.
Ορισμένοι αναλυτές προχωρούν πιο μακριά: η ταυτόχρονη απόσυρση των ενεργειακών πηγών της Βενεζουέλας και κυρίως του Ιράν, που σίγουρα θα διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενισχύει ενεργειακά και στρατηγικά τις ΗΠΑ. Ισως τίποτα να μην είναι τυχαίο.
«Η ενέργεια πάντα υπονομεύει τις γεωπολιτικές στρατηγικές», έλεγε ο Κίσινγκερ.
Οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος παραγωγός χάρη στη σχιστολιθική επανάσταση στην εξόρυξη πετρελαίου, βλέπουν τη δυσχερή θέση των κύριων εμπορικών ανταγωνιστών τους να ενισχύει τις δικές τους προοπτικές. Μειωμένος ανταγωνισμός σημαίνει στρατηγικό πλεονέκτημα. Στην περίπτωση αυτή μετράει μόνο η προσφορά. Η ζήτηση… πληρώνει το υπερβάλλον κόστος.
Τέτοιου είδους «ευκαιρίες» όμως μπορεί να αποδειχθούν εφήμερες. Η Κίνα, για παράδειγμα, επενδύει σε στρατηγικά αποθέματα και αγωγούς από την Κεντρική Ασία και τη Ρωσία. Η Ευρώπη επιλέγει να διαφοροποιήσει τις ανάγκες της στρεφόμενη σε φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές. Παρ’ όλα αυτά, οι ενεργειακές αλλαγές που επιφέρουν οι αμερικανικές επεμβάσεις στη Βενεζουέλα και στη Μέση Ανατολή σίγουρα αυξάνουν σημαντικά την «πίεση» στο παγκόσμιο ενεργειακό οικοσύστημα και αναδιατάσσουν τις σχέσεις μεταξύ χωρών-εισαγωγέων και χωρών-εξαγωγέων ενέργειας. Εκεί όπου οι προοπτικές είναι περισσότερο απαισιόδοξες είναι στο πεδίο της ανάπτυξης.
Οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν μια μικρή, αλλά σαφή υποβάθμιση των προσδοκιών για την παγκόσμια ανάπτυξη, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου διαχέεται στην παγκόσμια οικονομία. Η Goldman Sachs έχει ήδη μειώσει την πρόβλεψή της για την παγκόσμια ανάπτυξη από 2,9% σε 2,6%. Η ίδια ανάλυση εκτιμά ότι το ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να αυξήσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό κατά περίπου 0,5-0,6 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας μετακυλίεται στις μεταφορές, στη βιομηχανική παραγωγή και τελικά στις τιμές καταναλωτή.
Η επίδραση θα είναι ιδιαίτερα εμφανής στις οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας. Στην περίπτωση της Ιαπωνίας, για παράδειγμα, η Goldman Sachs μείωσε την πρόβλεψη ανάπτυξης από 0,8% σε 0,5%. Οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου λειτουργούν ουσιαστικά ως ένας έμμεσος φόρος για τις οικονομίες που εισάγουν ενέργεια, μεταφέροντας εισόδημα από τους καταναλωτές και τις βιομηχανίες τους προς τους εξαγωγείς ενέργειας (και περιορίζοντας την εγχώρια ζήτηση). Γενικότερα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, κάθε αύξηση 10% στην τιμή του πετρελαίου τείνει να μειώνει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αυξάνει τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,4 μονάδες.
Τέλος, όπως έχει σημειώσει ο Ντάνιελ Γιέργκιν, ιστορικός της πετρελαϊκής βιομηχανίας, «οι πραγματικές συνέπειες ενός ενεργειακού πολέμου δεν φαίνονται στα πεδία των μαχών, αλλά μόλις ο πόλεμος σταματήσει και οι αγορές αρχίσουν να λειτουργούν ξανά με τα νέα δεδομένα μειωμένης προσφοράς και της ανάγκης αλλαγής προμηθευτών. Η ιστορία δείχνει ότι τότε μόνο αποκαλύπτονται οι μακροπρόθεσμες ανακατατάξεις στις αγορές ενέργειας», αλλά και –θα προσέθετα– οι προθέσεις των πρωταγωνιστών που τις επεδίωξαν.
Επιγραμματικά να αναφέρουμε εδώ ότι η συμμετοχή του Ισραήλ στον πόλεμο έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η συμμετοχή του δεν επηρεάζεται από καμία ενεργειακή στρατηγική, αλλά μόνο από μια ανάγκη εθνικής υπαρξιακής επιβίωσης, για να διατηρήσει το 2% της εδαφικής του ανεξαρτησίας στον χάρτη της Μέσης Ανατολής, ανάμεσα σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Είναι εξίσου προφανές ότι αυτή η διεκδίκηση έχει οδηγήσει επανειλημμένως σε πολεμικές επιχειρήσεις με τραγικές ανθρωπιστικές επιπτώσεις.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

