Αρθρο του Κώστα Μαθιουδάκη στην «Κ»: Γιατί οι σταθμοί πυρηνικής ενέργειας δεν αποτελούν επιλογή για την Ελλάδα

Αρθρο του Κώστα Μαθιουδάκη στην «Κ»: Γιατί οι σταθμοί πυρηνικής ενέργειας δεν αποτελούν επιλογή για την Ελλάδα

Η πυρηνική ενέργεια επανήλθε πρόσφατα στο προσκήνιο, με έμφαση στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMR) και στον πιθανό ρόλο τους στο ενεργειακό σύστημα

3' 31" χρόνος ανάγνωσης

Η πυρηνική ενέργεια επανήλθε πρόσφατα στο προσκήνιο, με έμφαση στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMR) και στον πιθανό ρόλο τους στο ενεργειακό σύστημα. Το ερώτημα συνδέεται άμεσα με το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί –και πρέπει– να συμμετάσχει στις σύγχρονες εξελίξεις του τομέα.

Η πρώτη απάντηση είναι σχεδόν αυτονόητη: μια χώρα που θέλει να έχει λόγο στις ενεργειακές της επιλογές οφείλει να διαθέτει επιστημονική γνώση, θεσμούς και υποδομές ικανές να αξιολογούν τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η Ελλάδα διαθέτει τέτοια βάση εδώ και δεκαετίες. Στο Κέντρο Ερευνών «Δημόκριτος» λειτούργησε, για πάνω από σαράντα χρόνια, ερευνητικός πυρηνικός αντιδραστήρας (τον Ιούλιο του 2004 η λειτουργία του διακόπηκε για λόγους ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων) και το ΕΜΠ διαθέτει εργαστήριο πυρηνικής τεχνολογίας ήδη από το 1965, με επιστημονικό προσωπικό που συμμετέχει ενεργά στα διεθνή δρώμενα.

Στη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών δημιουργείται η εντύπωση ότι οι SMRs αποτελούν μια ώριμη και άμεσα διαθέσιμη επιλογή, ικανή να προσφέρει φθηνή, καθαρή και σταθερή ενέργεια. Η πραγματικότητα, όμως, απέχει σημαντικά. Στον δυτικό κόσμο δεν λειτουργεί σήμερα κανένας εμπορικός SMR, ενώ ένα φιλόδοξο σχετικό πρόγραμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες ακυρώθηκε. Παγκοσμίως λειτουργούν μόλις δύο τέτοιοι αντιδραστήρες, ένας στη Ρωσία και ένας στην Κίνα, ενώ οι πρώτες εμπορικές εφαρμογές στη Δύση τοποθετούνται χρονικά έπειτα από την αρχή της επόμενης δεκαετίας.

Ενα από τα επιχειρήματα υπέρ των SMR είναι η συμβολή τους στην ενεργειακή ανεξαρτησία. Αυτό ισχύει όμως μόνο για τις χώρες που διαθέτουν δική τους πυρηνική τεχνολογία. Οι αντιδραστήρες, η τεχνογνωσία λειτουργίας, η συντήρηση, τα κρίσιμα εξαρτήματα, το καύσιμο, η διαχείριση των αποβλήτων και ο τελικός παροπλισμός εντάσσονται σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, που ελέγχονται από χώρες που μετριούνται στα δάκτυλα. Αντιστοίχως μικρός είναι ο αριθμός των χωρών που παράγουν ουράνιο για την παρασκευή πυρηνικού καυσίμου, με τέσσερις χώρες να έχουν πάνω από τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας παραγωγής του. Αλλωστε, περίπου το 40% της παγκόσμιας δυναμικότητας παραγωγής πυρηνικού καυσίμου ελέγχεται από τη Ρωσία. Η πυρηνική ενέργεια σε μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν αίρει τις εξαρτήσεις, απλά τις αναδιαμορφώνει.

Το πιο κρίσιμο ίσως στοιχείο είναι το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις έχουν τεκμηριώσει ότι οι αβεβαιότητες στις εκτιμήσεις του σταθμισμένου κόστους για τους μικρούς αντιδραστήρες είναι τεράστιες, κάτι που αυξάνει τη δυσπιστία στα αναφερόμενα ως αναμενόμενα κόστη. Τα μεγέθη εκτιμώνται ότι θα είναι μεγαλύτερα από αυτά των συμβατικών πυρηνικών σταθμών.

Αν η χώρα απορρίπτει σήμερα μέρος της ανανεώσιμης παραγωγής της επειδή δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, τότε η λογική προτεραιότητα δεν είναι να σχεδιάζει τη χρήση πυρηνικών σταθμών.

Τα θέματα ασφάλειας έχουν ωριμάσει σημαντικά, δεν έχουν όμως εξαλειφθεί, ενώ οι περιβαλλοντικές επιδράσεις μπορεί να είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, μελέτη ομάδας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications προ διμήνου, αναφέρει το εύρημα ότι οι κάτοικοι περιοχών κοντά σε πυρηνικούς αντιδραστήρες στις ΗΠΑ εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο.

Για την Ελλάδα τίθεται το βασικό ερώτημα: υπάρχει σήμερα πραγματική ανάγκη για πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή; Οι ΑΠΕ αναπτύσσονται ραγδαία στη χώρα, καθιστώντας τη σε ορισμένες περιόδους ακόμη και εξαγωγέα ηλεκτρισμού. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα πλέον δεν είναι η έλλειψη παραγωγής ηλεκτρισμού, αλλά η αδυναμία να απορροφηθεί αυτός που μπορεί να παραχθεί, λόγω έλλειψης υποδομών αποθήκευσης (δεν λειτουργούν σταθμοί μπαταριών). Τον τελευταίο χρόνο απορρίφθηκαν ποσότητες ανανεώσιμου ηλεκτρισμού, σχεδόν ισόποσες με την ετήσια κατανάλωση του αγροτικού τομέα, ενώ φέτος η απώλεια εκτιμάται ότι θα αυξηθεί και θα ξεπεράσει την ετήσια κατανάλωση της Κρήτης.

Αυτή ακριβώς η αδυναμία καθιστά αναγκαία την άμεση ανάπτυξη σταθμών αποθήκευσης. Αλλωστε ο συνδυασμός ΑΠΕ με τεχνολογίες αποθήκευσης γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστικός, με εκτιμώμενα κόστη κατανεμόμενης ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ ήδη χαμηλότερα από εκείνα της πυρηνικής ενέργειας. Η αξιοποίηση ελεγχόμενων εγχώριων ΑΠΕ, όπως η γεωθερμία, δεν αποτελεί θεωρητική επιλογή, αλλά εφαρμόσιμη πολιτική. Αν η χώρα απορρίπτει σήμερα μέρος της ανανεώσιμης παραγωγής της επειδή δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, τότε η λογική προτεραιότητα δεν είναι να σχεδιάζει τη χρήση πυρηνικών σταθμών. Αντιθέτως, οφείλει να επικεντρωθεί σε λύσεις που είναι ώριμες και αντιμετωπίζουν άμεσα τις υφιστάμενες προκλήσεις.

Η πυρηνική ενέργεια δεν προσφέρεται για εύκολες βεβαιότητες η άκριτο τεχνολογικό ενθουσιασμό. Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί και να μελετά τις εξελίξεις. Δεν έχει, όμως, λόγο να προβάλλει ως άμεση στρατηγική επιλογή μια τεχνολογία που ακόμη χαρακτηρίζεται από πολλές αβεβαιότητες, είναι δαπανηρή και χρονικά απομακρυσμένη, όταν μάλιστα διαθέτει πιο ώριμες και άμεσα εφαρμόσιμες εναλλακτικές.

*Ο κ. Κώστας Μαθιουδάκης είναι καθηγητής ΕΜΠ, πρώην γ.γ. Ενέργειας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT