Και ξαφνικά ο χρόνος σαν να επέστρεψε στο 2022. Η Ευρώπη που πλήρωσε ένα τρισ. ευρώ επιπλέον για ενέργεια το 2022-2023, πανικόβλητη, αναζητάει αντίμετρα στο νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων από τις υψηλές τιμές ενέργειας που πυροδότησε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Οι κυβερνήσεις ξεσκονίζουν την εργαλειοθήκη της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης για να παρέμβουν έστω πυροσβεστικά, αξιοποιώντας τα πολύ στενά έως ανύπαρκτα δημοσιονομικά περιθώρια που διαθέτουν, και ο ΙΕΑ, που αποδέσμευσε 400 εκατ. βαρέλια στρατηγικών αποθεμάτων για να ανακόψει το ράλι της τιμής του πετρελαίου, δηλώνει έτοιμος να διαθέσει περισσότερα εάν χρειαστεί και συστήνει μέτρα που παραπέμπουν στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70. Το «μενού» του ΙΕΑ περιλαμβάνει τηλεργασία, μείωση των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους κατά τουλάχιστον 10 χλμ./ώρα και αποφυγή των αεροπορικών ταξιδιών, όταν είναι διαθέσιμα άλλα μέσα μεταφοράς. Ο οργανισμός καλεί επίσης τους καταναλωτές να μαγειρεύουν με ρεύμα, αντί με αέριο, όταν αυτό είναι δυνατόν, και τη βιομηχανία να βελτιστοποιήσει την κατανάλωση υδρογονανθράκων.
Τεράστιος κίνδυνος
Η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται ενώπιον μιας από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην Ιστορία της με απροσδιόριστο χρόνο διάρκειας και έντασης, εκπέμποντας ιδιαίτερα ανησυχητικά μηνύματα για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Για την ευάλωτη ενεργειακά Ευρώπη, το γεωπολιτικό σκηνικό είναι απειλητικό όσο δεν υπήρξε ποτέ κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η ενεργειακή κρίση του 2022 άφησε πίσω της ένα εύθραυστο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η Ευρώπη χάνει σταθερά σε ανταγωνιστικότητα, δεν έχει τεχνολογικό πλεονέκτημα στον κόσμο, έχει αδυνατίσει γεωπολιτικά και κλονίζεται από την άνοδο αντισυστημικών κομμάτων και ομάδων, με το ενεργειακό κόστος να εξακολουθεί να αποτελεί ένα δομικό πρόβλημα και γενεσιουργό αιτία πληθωριστικών πιέσεων.
Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας ανέδειξε προ 1,5 έτους περίπου ως υπαρξιακό για την Ευρώπη η έκθεση Ντράγκι και το συνέδεσε με το υψηλό ενεργειακό κόστος, επισημαίνοντας τους αναποτελεσματικούς κανόνες της αγοράς, που εμποδίζουν την πλήρη αποσύνδεση των τιμών της καθαρής ενέργειας από τα ορυκτά καύσιμα και προειδοποιώντας ότι η αστάθεια στις τιμές του φυσικού αερίου αναμένεται να συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, παρά τη στροφή στην καθαρή ενέργεια.
Τα κρίσιμα αυτά ζητήματα, που για την Ευρώπη αποτελούν αντικείμενο ενός πολυετούς διαλόγου που ξεκίνησε πολύ πριν από την κρίση της Μέσης Ανατολής, αποκτούν πλέον τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος. Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πριν από το ξέσπασμα της νέας κρίσης ήταν στην Ευρώπη 2-3 φορές υψηλότερες από αυτές των ΗΠΑ και του φυσικού αερίου 4-5 φορές πιο πάνω.
Ακόμη και πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη ήταν 2-3 φορές υψηλότερες από αυτές των ΗΠΑ.
Το 2022 το μεγάλο πρόβλημα για την Ευρώπη ήταν ο εφοδιασμός σε φυσικό αέριο, αφού μέχρι τότε εξαρτιόταν σε ποσοστό 45% από ρωσικές εισαγωγές. Η κρίση εφοδιασμού πυροδότησε και την άνοδο των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού σε πρωτοφανή επίπεδα, που άγγιξαν τα 320 ευρώ/μεγαβατώρα και τα 400 ευρώ/μεγαβατώρα, αντίστοιχα, στην κορύφωσή της.
Σήμερα το μεγάλο πρόβλημα για την Ευρώπη είναι οι τιμές, καθώς εξαρτάται σε ποσοστό 45% από τα spot φορτία LNG που λόγω κρίσης έχουν γίνει περιζήτητα, ωθώντας τις τιμές στα ύψη. Αν και οι αυξήσεις από τη νέα κρίση απέχουν πολύ από τα επίπεδα της προηγούμενης, έρχονται να προστεθούν σε ήδη υψηλές τιμές, με παράγοντες της εγχώριας αγοράς να προβλέπουν ισορροπία σε υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, τόσο για το πετρέλαιο όσο για το φυσικό αέριο, ακόμη και στο καλύτερο σενάριο αποκλιμάκωσης της έντασης στον Περσικό Κόλπο μέσα στον επόμενο μήνα.
Πρόβλημα με το αέριο
Στο φυσικό αέριο, τα πράγματα αξιολογούνται από εγχώριους και διεθνείς αναλυτές ως πιο δύσκολα και αυτό γιατί ακόμη και στην περίπτωση αποκατάστασης των προβλημάτων τροφοδοσίας της παγκόσμιας αγοράς με την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το έλλειμμα παραγωγής που έχουν προκαλέσει στις εγκαταστάσεις του Κατάρ τα ιρανικά χτυπήματα θα εξακολουθεί να ασκεί πιέσεις στις τιμές. Στον ολλανδικό κόμβο TTF η τιμή του φυσικού αερίου έχει διπλασιαστεί ήδη σε σχέση με τα επίπεδα των 30 ευρώ/μεγαβατώρα πριν από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Ασπίδα τα μπλε τιμολόγια
Στην Ελλάδα, οι τιμές βενζίνης και πετρελαίου κίνησης οδεύουν ήδη προς τα δύο ευρώ το λίτρο. Οι αυξημένες τιμές φυσικού αερίου θα ενσωματωθούν στο κόστος των εγχώριων εισαγωγών από τον Απρίλιο και τον ίδιο μήνα θα περάσουν και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, αφού το φυσικό αέριο εξακολουθεί να ορίζει τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά κατά τις ώρες αιχμής. Η αγορά αναμένει σημαντικές αυξήσεις στα πράσινα τιμολόγια, που σημαίνει επιβαρύνσεις περίπου για το 60% των καταναλωτών. Απολύτως προστατευμένοι είναι καταναλωτές με σταθερά τιμολόγια, τα οποία όμως θα αρχίσουν να διατίθενται σε πολύ υψηλότερες τιμές από τον επόμενο μήνα καθώς η κρίση «έκαψε» τις χαμηλές τιμές των 10 λεπτών/κιλοβατώρα. Η κατάσταση σε σχέση με τις τιμές ρεύματος αναμένεται να επιδεινωθεί το καλοκαίρι εάν η κρίση παραταθεί. Σε περίπτωση ενός βαρέος χειμώνα, αναλυτές προβλέπουν εκτόξευση των τιμών ρεύματος στην Ευρώπη και ειδικά σε χώρες με υψηλή συμμετοχή του φυσικού αερίου στο μείγμα καυσίμου.
Σήμερα, το μεγάλο πρόβλημα για την Ευρώπη είναι οι τιμές, καθώς εξαρτάται σε ποσοστό 45% από τα spot φορτία LNG.
Σε περίπτωση, πάντως, που οι τιμές λιανικής περάσουν το όριο των 15-16 λεπτών/κιλοβατώρα, η κυβέρνηση αναμένεται να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό επιδότησης που εφάρμοσε και στην κρίση του 2022 με πιθανή επαναφορά της χρηματοδότησής του από τα «ουρανοκατέβατα» κέρδη της χονδρεμπορικής αγοράς. Πρόσθετα μέτρα αναμένονται και για τα καύσιμα, χωρίς να αποκλείονται και παρεμβάσεις στο σκέλος της φορολογίας, ενώ «πλάτη» αναμένεται να βάλουν και τα διυλιστήρια της χώρας, απορροφώντας μέρος των αυξήσεων ενόψει του Πάσχα για τη διευκόλυνση της μετακίνησης των πολιτών.

