Αρθρο των Γιώργου Λάσκαρη και Αφροδίτης Ξύδη στην «Κ»: Πυρηνική αναγέννηση

Αρθρο των Γιώργου Λάσκαρη και Αφροδίτης Ξύδη στην «Κ»: Πυρηνική αναγέννηση

Οταν πριν από δύο χρόνια το Deon Policy Institute ξεκίνησε τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα –δημόσια και ιδιωτικά– έμοιαζε με ένα άπιαστο όνειρο

4' 9" χρόνος ανάγνωσης

Οταν πριν από δύο χρόνια το Deon Policy Institute ξεκίνησε τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα –δημόσια και ιδιωτικά– έμοιαζε με ένα άπιαστο όνειρο. Ακόμη και την προηγούμενη εβδομάδα, σε συζητήσεις με ανθρώπους του ενεργειακού κλάδου, η πυρηνική ενέργεια παρουσιαζόταν ως μια επιλογή που ανήκει στο πολύ μακρινό μέλλον της Ελλάδας. Την περασμένη εβδομάδα όμως ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα θα εξετάσει επίσημα τον ρόλο της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό της μείγμα.

Η τεχνολογική εξέλιξη που καθιστά σήμερα ρεαλιστική τη συζήτηση για την Ελλάδα είναι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες: μια νέα γενιά πυρηνικών αντιδραστήρων εργοστασιακής κατασκευής που συνδυάζει χαμηλότερο κόστος, ταχύτερη ανάπτυξη και ευελιξία εγκατάστασης, καθιστώντας την πυρηνική ενέργεια προσβάσιμη για χώρες χωρίς υφιστάμενο πυρηνικό πρόγραμμα.

Η απόφαση είναι σωστή, και ο λόγος είναι το τρίπτυχο της ασφάλειας: ενεργειακή ανεξαρτησία, οικονομική ανταγωνιστικότητα, γεωπολιτική ισχύς.

Ενεργειακή ανεξαρτησία. Τα πρόσφατα γεωπολιτικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα –πετρέλαιο και φυσικό αέριο– καθιστά την Ελλάδα στρατηγικά ευάλωτη. Η πυρηνική ενέργεια μπορεί να παράγει ηλεκτρισμό και θερμότητα με συντελεστές διαθεσιμότητας που ξεπερνούν το 90%· είναι ενεργειακά πυκνή, σταθερή, αποθηκεύσιμη μορφή ενέργειας με μηδενικούς ρύπους, αναγνωρισμένη ως πράσινη από την Ε.Ε.

Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς αντιδραστήρες, οι SMR μπορούν να κατασκευαστούν με ενσωματωμένο καύσιμο για 20 με 30 χρόνια, εξαλείφοντας την ανάγκη διαχείρισης αλυσίδας εφοδιασμού ουρανίου. Με ισχύ που κυμαίνεται από 1,5 MW έως 300 MW, μπορούν να εγκατασταθούν κατανεμημένα σε όλη τη χώρα, για ηλεκτροπαραγωγή, βιομηχανική θερμότητα, αφαλάτωση ή ενεργειακή αυτονομία νησιών, μειώνοντας ταυτόχρονα την εξάρτηση από ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τόσο εσωτερικές όσο και διακρατικές, που παραμένουν σημεία ευπάθειας ακόμα και στα πιο ανεπτυγμένα δίκτυα.

Οικονομική ανταγωνιστικότητα. Η ανάπτυξη βιομηχανίας προϋποθέτει χαμηλό και σταθερό κόστος ενέργειας. Η πυρηνική ενέργεια προσφέρει προβλέψιμη τιμή ουσιαστικά κλειδωμένη για τη διάρκεια ζωής του έργου, ανταγωνιστική με ανανεώσιμες πηγές συν αποθήκευση, που επιτρέπει και την ανάπτυξη της βιομηχανίας αλλά και την προσέλκυση data centers. Αλλά η οικονομική διάσταση υπερβαίνει κατά πολύ την τιμή της κιλοβατώρας: οι θέσεις εργασίας που δημιουργεί δεν είναι θέσεις εργοταξίου που εξαφανίζονται μετά την κατασκευή, είναι μακροχρόνιες, υψηλής εξειδίκευσης θέσεις μηχανικών, επιστημόνων και τεχνικών που παραμένουν ενεργές για δεκαετίες.

Πέρα από την άμεση απασχόληση, ένα πυρηνικό πρόγραμμα είναι ένα ολόκληρο βιομηχανικό οικοσύστημα: προηγμένα κατασκευαστικά υλικά, ακριβής μηχανολογία, ηλεκτρονική οργανολογία, logistics καυσίμου, διαχείριση αποβλήτων – κλάδοι που μπορούν να αναπτυχθούν στην Ελλάδα.

Δεδομένης της ελληνικής υπεροχής στην παγκόσμια ναυτιλία και του γεγονότος ότι η πυρηνική πρόωση αποτελεί την επόμενη μεγάλη τεχνολογική αλλαγή στον κλάδο, υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες για συνέργειες στη δημιουργία εγχώριων αλυσίδων αξίας (value chain localization), καθώς οι τεχνολογίες είναι κοινές.

Γεωπολιτική ισχύς. Αν η Ελλάδα δεν κινηθεί τώρα, κινδυνεύει να μείνει πίσω στην περιοχή της. Η Τουρκία και η Αίγυπτος κατασκευάζουν αντιδραστήρες συνολικής ισχύος 4.800 MW η καθεμία με ρωσική τεχνολογία, ενώ η Τουρκία έχει υπογράψει και συμφωνία για SMR με την αμερικανική κυβέρνηση. Η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία προχωρούν με SMR αμερικανικής κατασκευής, ενώ η Πολωνία υλοποιεί το πρώτο της μεγάλο πυρηνικό πρόγραμμα.

Η τεχνολογική εξέλιξη που καθιστά σήμερα ρεαλιστική τη συζήτηση για την Ελλάδα είναι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες.

Ομως, ένα εθνικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν είναι μόνο ενεργειακή υποδομή – είναι η βάση για στρατηγικές συνεργασίες με τις χώρες που ηγούνται της τεχνολογίας: οι ΗΠΑ με δεκάδες σχέδια SMR υπό ανάπτυξη και την πυρηνική τεχνολογία ως πυλώνα καινοτομίας, ο Καναδάς μεταξύ των πρώτων που θα αναπτύξουν SMR εμπορικά, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο με δεκαετίες εμπειρίας και ενεργά εθνικά προγράμματα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα με ισχυρή βιομηχανική παρουσία στον κλάδο.

Τέλος, η ανάπτυξη πυρηνικής ικανότητας ανοίγει και διαύλους τεχνολογικής και επιστημονικής συνεργασίας όπου η ελληνική διασπορά, με την ισχυρή παρουσία της σε πανεπιστήμια και οργανισμούς πυρηνικής έρευνας διεθνώς, μπορεί να αποτελέσει έναν φυσικό καταλύτη συνεργασίας.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν – είναι πώς. Το Deon Policy Institute έχει σχεδιάσει ένα πρόγραμμα αξιολόγησης του ρόλου της πυρηνικής ενέργειας για την Ελλάδα με βάση τη Μεθοδολογία Οροσήμων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ). Αυτό το πρόγραμμα απαιτεί: διαμόρφωση εθνικής πολιτικής για το ενεργειακό μείγμα, σχεδιασμό νομικού και ρυθμιστικού πλαισίου, τεχνικές μελέτες, αξιολόγηση χρηματοδοτικών εργαλείων, ποσοτικοποίηση του οικονομικού αντίκτυπου και προετοιμασία του ανθρώπινου δυναμικού – με ενσωματωμένες από την αρχή τις απαιτήσεις ασφάλειας, μη διάδοσης και διαχείρισης αποβλήτων.

Βασική προϋπόθεση επιτυχίας σε όλα αυτά τα βήματα είναι η ενημέρωση και η ενεργός συμμετοχή του κοινού και των βασικών φορέων διαμόρφωσης πολιτικής.

Πριν από δύο χρόνια, αυτή η συζήτηση έμοιαζε με όνειρο – σήμερα είναι η επίσημη κυβερνητική ατζέντα. Η χώρα πρέπει να κινηθεί με την αποφασιστικότητα που απαιτεί η στιγμή. Χώρες που σήμερα παίρνουν αυτή την απόφαση θα έχουν λειτουργικούς αντιδραστήρες στα μέσα της δεκαετίας του 2030, καθώς ο σχεδιασμός, οι σχέσεις με τεχνολογικούς προμηθευτές, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι διαδικασίες αδειοδότησης έχουν ορίζοντα δεκαετίας.

Ας μη μείνουμε πάλι θεατές – ας βάλουμε στόχο να είμαστε πρωτοπόροι. Μπορούμε.

*Ο κ. Γιώργος Λάσκαρης είναι πυρηνικός φυσικός και πρόεδρος του Deon Policy Institute με έδρα τη Βοστώνη των ΗΠΑ.

*H κ. Αφροδίτη Ξύδη είναι μηχανικός περιβάλλοντος και εκτελεστική διευθύντρια του Deon Policy Institute.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT