Αρθρο του Λουκά Φρέρη στην «Κ»: Η μακρά σχέση της Ελλάδας με την ατομική ενέργεια

Αρθρο του Λουκά Φρέρη στην «Κ»: Η μακρά σχέση της Ελλάδας με την ατομική ενέργεια

«Η Ελλάς, δοκιμασθείσα και μάλιστα βαρέως κατά τα πρώτα έτη μετά το τέρμα του πολέμου, δεν ηδύνατο βεβαίως να εμφανίση εις τον τομέα αυτόν επιτεύγματα οία ωρισμέναι μεγάλαι χώραι […]

3' 43" χρόνος ανάγνωσης

«Η Ελλάς, δοκιμασθείσα και μάλιστα βαρέως κατά τα πρώτα έτη μετά το τέρμα του πολέμου, δεν ηδύνατο βεβαίως να εμφανίση εις τον τομέα αυτόν επιτεύγματα οία ωρισμέναι μεγάλαι χώραι […] Αλλά εις την προσπάθειαν όλων των πολιτισμένων Λαών να προαγάγουν την ατομικήν επιστήμην, η Ελλάς δεν επετρέπετο να απουσιάση ούτε να υστερήση». Με αυτά τα λόγια, το 1961, ο τότε υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως Κωνσταντίνος Τσάτσος εγκαινίαζε τον πρώτο ελληνικό ερευνητικό πυρηνικό αντιδραστήρα στο κέντρο Δημόκριτος.

Ακούγοντας κανείς την πρόσφατη ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σύνοδο Κορυφής για την πυρηνική ενέργεια στο Παρίσι, εύκολα αναγνωρίζει ένα παρόμοιο ρητορικό μοτίβο. Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική χώρα» και ότι μέχρι σήμερα η τεχνολογία αυτή «ήταν λίγο ακριβή, διαφορετική από αυτά που ζητούσαμε». Ταυτόχρονα όμως υπογράμμισε ότι «είμαστε έτοιμοι να γράψουμε ένα νέο κεφάλαιο», χαρακτηρίζοντας τη χώρα ως «φίλη της πυρηνικής ενέργειας».

Κι όμως, με έξι δεκαετίες απόσταση, οι δύο αυτές προσεγγίσεις κινούνται ουσιαστικά γύρω από την ίδια ιδέα: η χώρα μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις, αλλά δεν επιτρέπεται να απουσιάζει από τις μεγάλες τεχνολογικές συζητήσεις της εποχής. Ωστόσο είναι απλώς ένα ζήτημα κυβερνητικής πολιτικής η υιοθέτηση της πυρηνική ενέργειας; Και είναι αλήθεια ότι ουδέποτε υπήρξαμε πυρηνικοί;

Αν στρέφαμε το βλέμμα μας λίγο πέρα από τα αμιγώς ελληνικά ζητήματα θα μπορούσαμε να δούμε πως κεντρικό ρόλο στη φετινή Σύνοδο Κορυφής είχε ο Rafael Mariano Grossi, γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Ο Grossi υποστήριξε ότι ο ΔΟΑΕ αποτελεί ένα «παγκόσμιο κέντρο εμπειρογνωμοσύνης της πυρηνικής ενέργειας διαχρονικά», που θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις χώρες που επιλέγουν να την αξιοποιήσουν.

Η Ελλάδα έχει μακρά σχέση με αυτόν τον διεθνή οργανισμό. Ο ΔΟΑΕ ιδρύθηκε το 1957, ως αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας «Ατομα για την Ειρήνη» του προέδρου των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, και από νωρίς ενεπλάκη στα πυρηνικά σχέδια της χώρας. Μέσα από το πρόγραμμα Τεχνικής Βοήθειας –με εκατοντάδες υποτροφίες, αποστολές εμπειρογνωμόνων και παροχή εξοπλισμού– συνέβαλε στη δημιουργία των πρώτων πυρηνικών υποδομών στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως έκανε κάτι ακόμη σημαντικότερο: προώθησε την ένταξη του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού στα διεθνή δίκτυα της πυρηνικής έρευνας, φέρνοντας μια νέα γενιά επιστημόνων σε επαφή με τα μεγάλα εργαστήρια, τις πρακτικές και την επιστημονική κουλτούρα της παγκόσμιας πυρηνικής κοινότητας. Επιπλέον, ο ΔΟΑΕ συνέδεσε τη δημιουργία των πυρηνικών υποδομών με τις ιδέες του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης, δημιουργώντας πολλές φορές ανάγκες που ο ίδιος έσπευδε στη συνέχεια να καλύπτει.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας που ιδρύθηκε το 1957, συνέβαλε στη δημιουργία των πρώτων πυρηνικών υποδομών στη χώρα.

Οι διαδικασίες αυτές δεν περιορίζονταν στην απλή μεταφορά τεχνογνωσίας. Εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο σύστημα διεθνούς πυρηνικής διακυβέρνησης, όπου η επιστημονική συνεργασία λειτουργούσε ταυτόχρονα ως μηχανισμός πολιτικής επιρροής και διπλωματικής διαμεσολάβησης. Η Ελλάδα άνοιγε πρόθυμα τις πόρτες στον ΔΟΑΕ, όχι μόνο προσβλέποντας σε τεχνολογικά οφέλη, αλλά και επιδιώκοντας να συντονίσει ακόμη περισσότερο τον βηματισμό της με τη Δύση και τους συμμάχους της κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Με αυτή την έννοια, η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η ανάπτυξη της πυρηνικής τεχνολογίας δεν υπήρξε απλώς τεχνολογική υπόθεση. Υπήρξε και συνεχίζει να αποτελεί πεδίο άσκησης υψηλής πολιτικής, όπου τεχνοεπιστήμη και διεθνείς σχέσεις διαπλέκονται στενά.

Εκείνη την περίοδο, όμως, η κατεύθυνση που ενθαρρύνθηκε από τον ΔΟΑΕ για την Ελλάδα, δεν ήταν η πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή. Ενας από τους πρώτους ειδικούς του ΔΟΑΕ που επισκέφθηκαν την Ελλάδα το 1959 σημείωνε χαρακτηριστικά ότι μια τέτοια επιλογή θα συνεπαγόταν «συνεχείς δαπάνες χωρίς επιστροφή μέχρι κάποια αόριστη μελλοντική ημερομηνία». Θεωρούσε πιο ρεαλιστική την ανάπτυξη εφαρμογών ραδιοϊσοτόπων – κυρίως στην ιατρική, τη βιομηχανία και τη γεωργία. Οι αλλεπάλληλες επισκέψεις άλλων ειδικών απεσταλμένων του ΔΟΑΕ στη χώρα επιβεβαίωσαν αυτή τη θεώρηση. Αλλωστε και για τις ΗΠΑ βασική επιδίωξη ήταν να αποφευχθεί η «σπατάλη» πολυτίμων πόρων, κατευθύνοντας τα συμμαχικά κράτη σε πιο ήπια αξιοποίηση των πυρηνικών.

Οι πρόσφατες εξαγγελίες για ένα «νέο κεφάλαιο» στην ενεργειακή πολιτική της χώρας μοιάζουν να επαναφέρουν μια συζήτηση που είχε ήδη ανοίξει από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η ιστορική έρευνα έχει δείξει πως η «πυρηνικοποίηση» μιας χώρας δεν είναι μια στιγμιαία πολιτική απόφαση, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας που περιλαμβάνει κράτη, επιστημονικές κοινότητες, διεθνείς οργανισμούς, τεχνολογικές υποδομές και οικονομικούς υπολογισμούς. Σε αυτή τη διαδικασία, η διπλωματία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, διαμορφώνοντας όχι μόνο τις δυνατότητες αλλά και τις ίδιες τις κατευθύνσεις της τεχνολογικής πολιτικής. Ισως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι αν ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, αλλά ποιες διαδικασίες και ποιες δεσμεύσεις συνεπάγεται αυτό το ενδεχόμενο.

*Ο κ. Λουκάς Φρέρης είναι ιστορικός της επιστήμης. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο πανεπιστήμιο της Νυρεμβέργης γύρω από ζητήματα πυρηνικής διπλωματίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT