Υψηλότερες κατά σχεδόν 22% είναι σήμερα οι τιμές στα τρόφιμα σε σύγκριση με το 2022, τη χρονιά που ξεκίνησε η προηγούμενη ενεργειακή – πληθωριστική κρίση με αφορμή την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ενώ σε σύγκριση με έξι χρόνια πριν είναι υψηλότερες κατά 37,81%. Ετσι, άλλωστε, εξηγείται η σπουδή της κυβέρνησης να λάβει έκτακτα μέτρα για τον περιορισμό της αισχροκέρδειας, καθώς, σε αντίθεση με το 2022, που οι τιμές ξεκίνησαν από χαμηλή βάση –το 2020 λόγω πανδημίας είχαμε αρνητικό πληθωρισμό και το 2021 πληθωρισμό 1,2%–, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρίσκει την Ελλάδα με τιμές σε τρόφιμα αλλά και υπηρεσίες παγιωμένες σε υψηλά επίπεδα. Ακόμη και αν ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή μετά το 9,6% του 2022 υποχώρησε τα επόμενα χρόνια, αυτό δεν σήμαινε μείωση των τιμών, αλλά αυξήσεις μικρότερες και με βραδύτερο ρυθμό.
Σε σύγκριση με έξι χρόνια πριν, το κόστος των τροφίμων στην Ελλάδα είναι υψηλότερο κατά 37,81%, εξ ου και η σπουδή της κυβέρνησης να λάβει μέτρα.
Ακριβώς δε λόγω της μη πλήρους αναπλήρωσης των εισοδημάτων στα προ του 2010 επίπεδα και της ταυτόχρονης αύξησης των τιμών από τα μέσα του 2021 και κυρίως από το 2022 κι έπειτα, οι δαπάνες για τα τρόφιμα επιβαρύνουν πολύ περισσότερο τα νοικοκυριά, αγγίζοντας πλέον το 21% των συνολικών μηνιαίων δαπανών, από 16,4% το 2008. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος της έντονης και διαρκούς δυσαρέσκειας των νοικοκυριών και ακολούθως της απόφασης της κυβέρνησης να προβεί στα έκτακτα μέτρα.
Οι νέοι τιμοκατάλογοι
Αν και, σύμφωνα με τους εκπροσώπους των σούπερ μάρκετ, ακόμη δεν έχουν λάβει νέους τιμοκαταλόγους από τους προμηθευτές με ανατιμήσεις οι οποίες να οφείλονται στις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις, κυβέρνηση, αγορά και καταναλωτές σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό προεξοφλούν ανατιμήσεις, δεδομένων των αυξήσεων που καταγράφονται ήδη στις τιμές των καυσίμων. Ακόμη και αν οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα –κάτι δύσκολο δεδομένης της ανόδου που καταγράφεται ήδη στις τιμές του φυσικού αερίου– ήδη υπάρχει επιβάρυνση στο μεταφορικό κόστος: είτε στις εγχώριες εμπορευματικές μεταφορές, λόγω των αυξήσεων στην τιμή του πετρελαίου κίνησης που χρησιμοποιούν τα φορτηγά, είτε στις εισαγωγές πρώτων και δεύτερων υλών που χρησιμοποιεί η βιομηχανία λόγω ραγδαίας αύξησης των ναύλων και της επιβολής υπέρογκων ασφαλίστρων.
«Κάθε αύξηση στην τιμή των καυσίμων δεν περιορίζεται στην αντλία, αλλά λειτουργεί ως ισχυρός πολλαπλασιαστής (multiplier effect) σε ολόκληρη την οικονομία. Αυξάνει άμεσα το κόστος μεταφορών (φορτηγά, πλοία, αεροπλάνα), μετακυλίεται στο κόστος παραγωγής σχεδόν όλων των κλάδων και φτάνει τελικά σε τιμές προϊόντων και υπηρεσιών – από τρόφιμα και βιομηχανικά αγαθά μέχρι τουρισμό και εστίαση μέσα σε λίγες εβδομάδες. Μειώνει παράλληλα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, πιέζει την κατανάλωση και πλήττει το ΑΕΠ. Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι εντονότερο: εισάγουμε σχεδόν όλο το πετρέλαιο, εξαρτιόμαστε από οδικές και θαλάσσιες μεταφορές και οι μεγάλοι κλάδοι (τουρισμός, εστίαση) είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι. Μια αύξηση πετρελαίου κατά 50% προσθέτει τελικά μία ολόκληρη μονάδα στον πληθωρισμό και μειώνει την ανάπτυξη κατά 0,5», επισημαίνει στην «Καθημερινή» της Κυριακής ο Στέφανος Κομνηνός, σύμβουλος λύσεων, ιδρυτικός εταίρος της Netrino και πρώην γενικός γραμματέας Εμπορίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Καυσίμων, την Πέμπτη στις 12 Μαρτίου η μέση πανελλαδικά τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης ήταν 7,5% υψηλότερη σε σύγκριση με τη μέση πανελλαδικά τιμή της στις 28 Φεβρουαρίου, την ημέρα της έναρξης του πολέμου. Την ίδια περίοδο το πετρέλαιο κίνησης έχει ανατιμηθεί κατά 19%.

Πέρα από την έμμεση επίδραση από τις τιμές των καυσίμων, η γενικευμένη σύρραξη στη Μέση Ανατολή προκαλεί και άλλες διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Αν και, σε αντίθεση με το 2022 που προκλήθηκε άμεσα διαταραχή στις τιμές των σιτηρών, καθώς Ουκρανία και Ρωσία είναι βασικές χώρες παραγωγής αυτών, το Ιράν και οι άλλες εμπλεκόμενες χώρες δεν είναι, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έρχεται να προστεθεί στην ήδη προβληματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί το προηγούμενο διάστημα με τις επιθέσεις των Χούθι στη Διώρυγα του Σουέζ. Οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις σιτηρών, ρυζιού από τις χώρες της Απω Ανατολής, κρεάτων από την Ωκεανία και θαλασσινών από την Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία προκαλούν ελλείψεις σε όλη την αγορά, ανεβάζοντας τη ζήτηση και επομένως και τις τιμές.
Το κρίσιμο ερώτημα που γεννάται μετά τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης είναι εάν το πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους σε σειρά ειδών διατροφής και συντήρησης νοικοκυριού, μέτρο που ενεργοποίησε η κυβέρνηση ξανά από την Τετάρτη 11 Μαρτίου με ορίζοντα ισχύος κατ’ αρχάς μέχρι τις 30 Ιουνίου 2026, μπορεί να προλάβει τις ανατιμήσεις ή τουλάχιστον να περιορίσει το εύρος και την έντασή τους.
Κάθε αύξηση στην τιμή των καυσίμων δεν περιορίζεται στην αντλία, αλλά λειτουργεί ως ισχυρός πολλαπλασιαστής (multiplier effect) σε ολόκληρη την οικονομία.
Aπό τα αναλυτικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τη διαχρονική εξέλιξη των τιμών, το πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους δεν μπορεί να αποτρέψει καθολικά τις ανατιμήσεις· δεν έχει άλλωστε την έννοια της διατίμησης. Αν και ήταν σε ισχύ το πλαφόν σε είδη σούπερ μάρκετ –και μάλιστα χωρίς τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη νέα εκδοχή του– καθώς και στα καύσιμα, οι τιμές διαμορφώθηκαν ως εξής από το 2022 έως σήμερα: ο μεν γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή είναι υψηλότερος κατά 9,62%, ο υποδείκτης των τροφίμων υψηλότερος κατά 21,62%, ενώ οι τιμές λιανικής των υγρών καυσίμων μετά τη μεγάλη αύξηση το 2022 είχαν υποχωρήσει, καθώς πρόκειται για κατηγορία η οποία χαρακτηρίζεται ως καθοριζόμενη από τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς (market driven). Μέσα στην τελευταία 20ετία, πάντως, και αυτές λόγω αύξησης των έμμεσων φόρων και λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων έχουν αυξηθεί κατά 120,4%.
Το πλαφόν
Η μη λειτουργία του πλαφόν στην καθολική συγκράτηση των ανατιμήσεων αποκαλύπτεται ίσως ακόμη περισσότερο στα στοιχεία του δοκιμίου εργασίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στη συγγραφή του οποίου συμμετείχε και η Τράπεζα της Ελλάδος, με τίτλο «Consumer price stickiness in the euro area during an inflation surge». Βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι συνολικά στην Ευρωζώνη την περίοδο 2022-2023, που αυξήθηκε ο πληθωρισμός, αυξήθηκε σημαντικά η συχνότητα των μεταβολών των τιμών καταναλωτή σε σειρά προϊόντων. Κατά μέσον όρο το 2022 ένα 12% των τιμών μεταβαλλόταν μέσα στον ίδιο μήνα, ενώ στο υψηλότερο επίπεδο έφτασε το 2023, που το 15,7% των τιμών άλλαζε. Ο αντίστοιχος μέσος όρος προ του 2020 ήταν 8,2%. Επιπλέον, σε επίπεδο Ευρωζώνης, πάνω από τα 2/3 των προϊοντικών κατηγοριών που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της μελέτης μεταβλήθηκαν το 2022 πολύ συχνότερα σε σύγκριση με την προ του 2020 περίοδο.
Στην Ελλάδα η συχνότητα μεταβολής των τιμών το 2022 ήταν υψηλότερη κατά 5,88 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2019, ενώ παρέμεινε υψηλή και το 2023 και το 2024, κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση επίσης με το 2019. Το 2022 στο 58,1% των προϊόντων οι τιμές μεταβλήθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε σύγκριση με το 2019, με το 77,1% των μεταβολών αυτών να αφορά αυξήσεις.
Από την άλλη, βεβαίως, η κυβέρνηση –και όχι μόνο– υποστηρίζει ότι εάν δεν υπήρχε το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, οι ανατιμήσεις τόσο την περίοδο 2022-2023 όσο και έπειτα θα ήταν μεγαλύτερες. Προς επίρρωσιν των παραπάνω, πηγές του υπουργείου Ανάπτυξης φέρνουν ως παράδειγμα τα στοιχεία από τους τιμοκαταλόγους που αποστέλλουν, όπως υποχρεούνται από τη νομοθεσία, οι λιανέμποροι. Ετσι, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 έγιναν ανατιμήσεις σε 11.400 κωδικούς, ενώ από τις αρχές του έτους μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου –πριν δηλαδή από την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν– έγιναν ανατιμήσεις σε άλλους 5.000 κωδικούς. Πρόκειται για ανατιμήσεις οι οποίες από παράγοντες του υπουργείου Ανάπτυξης ερμηνεύονται ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, της κατάργησης του πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, κατάργηση που ίσχυσε από την 1η Ιουλίου 2025 μέχρι τα μέσα της περασμένης εβδομάδας.

Το εν λόγω μέτρο, πάντως, πέρα από την κυβέρνηση που το επαναφέρει τα τελευταία χρόνια ως «χρυσή εφεδρεία» (ξεκίνησε με περιορισμένη εμβέλεια στην πανδημία και επεκτάθηκε το 2022), δεν έχει οπαδούς ούτε βεβαίως από την αγορά, που υποστηρίζει ότι έτσι στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός και ζημιώνονται καταναλωτές και επιχειρήσεις, αλλά ούτε και από όσους ασπάζονται απόψεις εντελώς αντίθετες με τη φιλελεύθερη προσέγγιση της οικονομίας. Το αίτημα για μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και των συντελεστών του ΦΠΑ, τουλάχιστον σε βασικά είδη διατροφής, επανέρχεται, για να απορριφθεί βεβαίως εκ νέου με επιχείρημα αφενός τα σφιχτά δημοσιονομικά περιθώρια και αφετέρου το επιχείρημα ότι η όποια μείωση στους δύο αυτούς έμμεσους φόρους δεν θα περάσει στην τελική τιμή καταναλωτή.
Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. όπου εξετάζεται η προσωρινή μείωση του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, όπως είχε γίνει και το 2022, είναι η Ισπανία. Σε άλλες χώρες, όπως η Αυστρία και η Σουηδία, είχαν ληφθεί αποφάσεις για μείωση του ΦΠΑ πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Στη Σουηδία από την 1η Απριλίου 2026 έως το τέλος του 2027 θα μειωθεί ο ΦΠΑ στα τρόφιμα από 12% σε 6%, ενώ στην Αυστρία από τον φετινό Ιούλιο θα μειωθεί σε 5%, από 10% σήμερα, ο ΦΠΑ επίσης σε βασικά τρόφιμα.

