Ευκαιρίες και προκλήσεις στα data centers

Τα data centers είναι η ραχοκοκαλιά του ψηφιακού μας κόσμου: εξυπηρετούν εξ αποστάσεως δισεκατομμύρια χρήστες διεθνώς, επιτελώντας ταυτόχρονα αναρίθμητες διαφορετικές λειτουργίες

8' 0" χρόνος ανάγνωσης

Τα data centers είναι η ραχοκοκαλιά του ψηφιακού μας κόσμου: εξυπηρετούν εξ αποστάσεως δισεκατομμύρια χρήστες διεθνώς, επιτελώντας ταυτόχρονα αναρίθμητες διαφορετικές λειτουργίες. Αν και υπάρχουν με διάφορες μορφές από τη δεκαετία του 1960, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης (Τ.Ν.) τα τελευταία χρόνια, τα έφερε ξαφνικά στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Οι επενδύσεις σε νέα data centers υπολογίζονται στα $394 δισ. για το 2026 – ποσό που ξεπερνάει ολόκληρο το ελληνικό ΑΕΠ για το 2024. Σήμερα, οι εταιρείες Τ.Ν. δαπανούν το ποσό που έστειλε τον άνθρωπο στο φεγγάρι τη δεκαετία του 1960, κάθε 10 μήνες.

Τα data centers που χτίζονται για τις ανάγκες της Τ.Ν. είναι πολύ πιο μεγάλα, ακριβά και ενεργοβόρα από τα συμβατικά: η υπολογιστική τους ισχύς εκτιμάται ότι θα έχει σχεδόν εκατονταπλασιαστεί μεταξύ 2016 και 2027. Αυτό οφείλεται αφενός στις νέες, υπολογιστικά «βαριές» λειτουργίες που καλούνται να επιτελέσουν –όπως η εκπαίδευση μοντέλων Τ.Ν.– και αφετέρου στο ότι η ευρεία χρήση της Τ.Ν. εντατικοποιεί δραματικά τις ψηφιακές μας δραστηριότητες: μόνο την τελευταία τριετία παράχθηκε περισσότερη ψηφιακή πληροφορία απ’ ό,τι σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία.

Σήμερα, οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης δαπανούν το ποσό που έστειλε τον άνθρωπο στο φεγγάρι τη δεκαετία του 1960, κάθε 10 μήνες.

Το αποτέλεσμα είναι εκρηκτική αύξηση των ενεργειακών αναγκών: τα data centers ευθύνονται ήδη για το 1,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας, ποσοστό που έχει ανέβει κατά 12% μέσα σε μόλις πέντε χρόνια και εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί έως το 2030.

Οι επενδύσεις

Στη χώρα μας, βάσει και των πιο πρόσφατων επίσημων στοιχείων του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, δεν λειτουργούν ακόμη μεγάλα data centers για να εξυπηρετούν τις ανάγκες της Τ.Ν. Σήμερα, έχουμε 21 data centers συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 44 MW και κατανάλωσης που αντιστοιχεί περίπου στο 0,1% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Ωστόσο διαβάζουμε στα μέσα ότι επενδυτικά έργα data centers των νέων προδιαγραφών ήδη ανακοινώνονται και δρομολογούνται, συνολικής προβλεπόμενης εγκατεστημένης ισχύος 533 MW, δεκαπλάσιας των σημερινών, συμβατικών data centers.

Εάν αυτές οι επενδύσεις όντως υλοποιηθούν και αξιοποιείται ένα σημαντικό ποσοστό της ισχύος τους (το 80%), τα νέα data centers θα αντιπροσωπεύουν περίπου το 7% της σημερινής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Περίπου, δηλαδή, όση ενέργεια καταναλώνει το 1/3 των ελληνικών οικογενειών.

Καθώς άλλες χώρες έχουν ήδη βιώσει τον αντίκτυπο της εγκατάστασης και λειτουργίας των data centers νέας γενιάς, το νέο report της 1830 lab –το οποίο μπορείτε να βρείτε ως Special Report στην ιστοσελίδα της «Καθημερινής»– χαρτογραφεί τα συμπεράσματα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη διεθνή εμπειρία στην αντιμετώπιση των ενεργειακών προκλήσεων και την αξιοποίηση των ευκαιριών που προκύπτουν.

Τα data centers ευθύνονται ήδη για το 1,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας, ποσοστό που εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί έως το 2030.

Τα data centers φαίνεται ότι αυξάνουν τα τιμολόγια ενέργειας των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Από τη μια πλευρά, μέσω της μετακύλισης του κόστους νέων υποδομών δικτύου που χρειάζονται για τα data centers, οι οποίες συχνά καλύπτονται μόνο μερικώς από τους επενδυτές και επιμερίζονται στους υπόλοιπους καταναλωτές. Από την άλλη πλευρά, μέσω της ανόδου της οριακής τιμής στην αγορά ενέργειας: η σταθερή και υψηλή κατανάλωση των data centers εξαντλεί ταχύτερα τις φθηνές μονάδες ενέργειας και ενεργοποιεί συχνότερα τις ακριβότερες, ανεβάζοντας έτσι την τιμή για όλους. Στις ΗΠΑ, νοικοκυριά κοντά σε νέα data centers αντιμετώπισαν αύξηση λογαριασμών έως και 267%, ενώ στο Οχάιο και τη δυτική Μέριλαντ οι μηνιαίοι λογαριασμοί αυξήθηκαν κατά 16-18 δολάρια εξαιτίας των αυξημένων ενεργειακών αναγκών των data centers της περιοχής.

Στην Ελλάδα, το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο ήδη διακρίνει μεταξύ υποδομών που εξυπηρετούν αποκλειστικά μια συγκεκριμένη επένδυση και υποδομών που ωφελούν το δίκτυο συνολικά· η διάκριση αυτή πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρότητα, ώστε το κόστος να μη μετακυλίεται στους καταναλωτές.

Οι επιπτώσεις στο δίκτυο

Η δεύτερη πρόκληση αφορά την αποσταθεροποίηση του δικτύου ενέργειας. Τα data centers, λόγω της ξαφνικής σύνδεσης ή αποσύνδεσής τους από το δίκτυο, μπορούν να προκαλέσουν απότομες μεταβολές στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης. Στο Τέξας, πάνω από 30 περιστατικά παρ’ ολίγον μπλακ άουτ καταγράφηκαν από το 2020, ακριβώς λόγω τέτοιων αιφνίδιων μεταβολών. Χώρες όπως η Ολλανδία και η Ιρλανδία «παγώνουν» αδειοδοτήσεις νέων data centers εξαιτίας αυτού του κινδύνου. Ωστόσο τέτοια μορατόριουμ είναι μια πρακτική που δεν συνιστάται για αγορές που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει επενδυτικά, όπως η Ελλάδα. Η χώρα μας έχει στη διάθεσή της άλλα εργαλεία – εναλλακτικές. Από τη μία, μπορεί να θωρακίσει την ανθεκτικότητα του συστήματος σε φάσεις αιχμής, διασφαλίζοντας ότι τα data centers μπορούν να αναστέλλουν μη κρίσιμες λειτουργίες σε περιόδους υψηλής πίεσης του δικτύου – κάτι που είναι ήδη εφικτό μέσα από ειδικές συμβάσεις. Από την άλλη, η υποχρεωτική ενσωμάτωση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας εντός ή πλησίον των data centers θα μπορούσε να μετατρέψει αυτές τις εγκαταστάσεις από παράγοντες αστάθειας σε παράγοντες εξισορρόπησης του συστήματος, φορτίζοντας σε ώρες χαμηλής ζήτησης και εκφορτίζοντας όταν οι τιμές ανεβαίνουν. Μια πιο δομική λύση, που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και τις πιέσεις στην τιμολόγηση, είναι η ανεξάρτητη τροφοδοσία των data centers – το λεγόμενο «behind the meter» μοντέλο, κατά το οποίο τα data centers καλύπτουν τις ανάγκες τους μέσω ιδιωτικών μονάδων παραγωγής, αποσυνδεδεμένων από το δημόσιο δίκτυο. Αυτή η κατεύθυνση φαίνεται να υιοθετείται ήδη στο data center της ΔΕΗ στην Κοζάνη που είναι και η μεγαλύτερη επένδυση που έχει ανακοινωθεί έως τώρα.

Ο αντίκτυπος στις ΑΠΕ

Η τρίτη πρόκληση αφορά την απαίτηση των data centers για μόνιμη, αδιάλειπτη τροφοδοσία, κάτι που φαινομενικά έρχεται σε αντίθεση με τη φύση της πράσινης ενέργειας, η οποία είναι μεταβλητή και ασυνεχής – ο ήλιος δεν λάμπει πάντα, ο άνεμος δεν φυσά σταθερά. Αυτή η αναντιστοιχία μπορεί να αντιμετωπιστεί με δύο τρόπους. Πρώτον, με πιο αποτελεσματική φυσική τροφοδοσία των data centers με πράσινη ενέργεια, μέσω έργων αποθήκευσης. Δεύτερον, με εργαλεία ενεργειακού ισοσκελισμού, όπως τα μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς ενέργειας (PPAs) που μπορούν να εξασφαλίζουν ότι η πραγματική κατανάλωση σε ενέργεια (πράσινη ή μη) ενός data center θα αντιστοιχίζεται με ισόποση παραγωγή πράσινης ενέργειας. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν έναν κοινό στόχο: την καλύτερη εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη χώρα μας. Παρά τα ιστορικά υψηλά που σημειώνει η Ελλάδα στην παραγωγή και την εξαγωγή πράσινης ενέργειας, κατατάσσεται μόλις 15η στην Ευρώπη (στο τελευταίο τρίμηνο του 2025) ως προς το ποσοστό εγχώριας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα data centers, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένας ενεργοβόρος εγχώριος καταναλωτής που θα απορροφά αυτή την πλεονάζουσα πράσινη παραγωγή, βελτιώνοντας την ισορροπία του ενεργειακού μας συστήματος.

Το θέμα της χωροταξίας

Ενα από τα πιο καίρια εργαλεία για τη ρύθμιση του ενεργειακού αντίκτυπου ενός data center είναι η επιλογή τοποθεσίας τους: το πού χτίζεται καθορίζει το πόσο επιβαρύνεται το δίκτυο μεταφοράς και διανομής ενέργειας, καθώς και σε ποιον βαθμό μπορεί να απορροφήσει πράσινη ενέργεια. Στην Ελλάδα το χωροταξικό πλαίσιο των data centers παραμένει αποσπασματικό. Ο ισχύων νόμος για τους όρους δόμησης επιτρέπει επί της αρχής την εγκατάσταση data centers σχεδόν παντού, ακόμη και σε περιοχές γενικής κατοικίας (όπου η πιο ενεργοβόρος χρήση θα ήταν έως πρότινος τα επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης) και σε περιοχές αγροτικής χρήσης, ή σε ζώνες προστασίας της φύσης. Αν και τα πολεοδομικά σχέδια μπορούν να εξειδικεύσουν και να περιορίσουν αυτές τις χρήσεις, για το μεγάλο μέρος της χώρας τα σχέδια αυτά ακόμη εκπονούνται – και οι επενδύσεις δρομολογούνται ήδη στο ενδιάμεσο. Βέβαια, ακόμη και στις περιοχές όπου πολεοδομικά σχέδια υπάρχουν, οι επενδύσεις που κατατάσσονται ως στρατηγικές μπορούν να τα παρακάμψουν, διαπραγματευόμενες ad hoc το χωροταξικό τους πλαίσιο.

Παράλληλα, ο ενεργειακός αντίκτυπος της χωροθέτησης ενός νέου data center θα περίμενε κανείς ότι θα αποτελούσε ζήτημα δημόσιας διαβούλευσης. Αν και δημόσια διαβούλευση για επενδύσεις σε data centers όντως προβλέπεται στο πλαίσιο της εκπόνησης της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, υπάρχουν τρεις κρίσιμοι περιορισμοί. Πρώτον, η ανάγκη εκπόνησης μελέτης αφορά αποκλειστικά data centers άνω των 20 MW. Δεύτερον, ο ενεργειακός αντίκτυπος στο δίκτυο παραμένει εκτός πεδίου εξέτασης, καθώς θεωρείται αμιγώς τεχνική υπόθεση του ΑΔΜΗΕ. Και τρίτον, ακόμη και όταν δήμοι και περιφέρειες γνωμοδοτούν επικαλούμενοι κατά παρέκκλιση ενεργειακές παραμέτρους –όπως έκανε πρόσφατα ο Δήμος Σπάτων – Αρτέμιδος– οι γνωμοδοτήσεις τους δεν είναι δεσμευτικές.

Συναίνεση και σύνεση

Η ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας διαβούλευσης, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση των υπόλοιπων προκλήσεων –την κανονιστική ασάφεια στη χωροθέτηση, την καλύτερη απορρόφηση πράσινης ενέργειας, την ανθεκτικότητα του δικτύου και την προστασία των τιμολογίων– είναι κρίσιμη και για τη βιωσιμότητα των ίδιων των επενδύσεων. Σε έρευνες στις ΗΠΑ, το 42% των πολιτών δηλώνει ότι αντιτίθεται στην κατασκευή data center κοντά στο σπίτι του – ποσοστό υψηλότερο ακόμη και από την αντίθεση σε πυρηνικά εργοστάσια. Και η ίδια έρευνα δείχνει ότι η στάση αυτή δεν είναι εκ προοιμίου αρνητική απέναντι στα data centers: είναι κυρίως το ενεργειακό ζήτημα που προκαλεί επιφυλάξεις.

Αλλά υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν. Ενας στους τέσσερις κορυφαίους πιστωτικούς επενδυτές κατατάσσει σήμερα τη «φούσκα» της Τ.Ν. ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις αγορές. Τα data centers δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας για μια οικονομία, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στο στάδιο της κατασκευής τους – στη συνέχεια οι υποδομές αυτές λειτουργούν με σχετικά λίγο προσωπικό.

Η ηλεκτρική ενέργεια είναι πεπερασμένος πόρος και πρέπει να κατευθύνεται εκεί όπου αποδίδει τα μέγιστα για την κοινωνία και την οικονομία: σε παραγωγικές επενδύσεις, θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα, καινοτομία. Δεδομένου ότι για τα data centers η ζυγαριά κόστους-οφέλους δεν έχει ακόμη κλίνει οριστικά προς κάποια κατεύθυνση, το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι στην πρώτη γραμμή αυτών των επενδύσεων δεν είναι απαραίτητα μειονέκτημα – είναι και μια ευκαιρία να παρακολουθεί προσεκτικά τι δουλεύει και τι όχι αλλού, να αξιοποιεί τα διδάγματα χωρών που έχουν ήδη βιώσει τον αντίκτυπο, και να δεσμεύεται με σύνεση ώστε να μη μείνει εκτός των εξελίξεων, αλλά και να μπορεί να αλλάξει πορεία αν χρειαστεί.

*Η κ. Βασιλική Πουλά είναι editorial director στη 1830 lab. Είναι νομικός και υποψήφια διδάκτωρ σε θέματα υποδομών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT