Οταν ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, δεν υποσχόταν απλώς συνέχεια της πρώτης του θητείας, αλλά κλιμάκωση των προηγούμενων πολιτικών του: υψηλότερους δασμούς, μεγαλύτερες φορολογικές ελαφρύνσεις, πιο επιθετική βιομηχανική πολιτική και μια αποφασιστική απομάκρυνση από αυτό που ο ίδιος χαρακτήριζε ως «ροπή προς παγκοσμιοποίηση» (globalist drift) των τελευταίων δεκαετιών. Το μήνυμα και η προσδοκία ήταν σαφή: η Αμερική θα αναπτυχθεί ταχύτερα, θα εμπορεύεται δικαιότερα, θα τιμωρεί τους παραβάτες του ελευθέρου εμπορίου, θα παράγει περισσότερο στο εσωτερικό της και θα ανησυχεί λιγότερο για τις αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής της στο όνομα της εθνικής της κυριαρχίας. Οι αγορές προετοιμάστηκαν για αναταράξεις· οι ψηφοφόροι προσδοκούσαν αναγέννηση. Ενα χρόνο αργότερα, ο απολογισμός δεν θυμίζει ευθύγραμμη πορεία, αλλά μάλλον τεθλασμένη με απρόβλεπτες διακυμάνσεις.
Στην αφετηρία, το οικονομικό πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης στηριζόταν σε τέσσερις πυλώνες. Πρώτον, μια σαρωτική στροφή στον προστατευτισμό. Ο κ. Τραμπ είχε δεσμευθεί για επιβολή πρωτόγνωρων δασμών σε εισαγωγές από την Κίνα, το Μεξικό, τον Καναδά και την Ευρωπαϊκή Ενωση, με στόχο τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος και την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής. Δεύτερον, οι φορολογικές ελαφρύνσεις του 2017 επρόκειτο να καταστούν μόνιμες και, εν μέρει, να διευρυνθούν. Τρίτον, απορρύθμιση, ιδίως στον τομέα της ενέργειας και του περιβάλλοντος. Η Αμερική θα «αντλούσε ξανά τον πετρελαϊκό της πλούτο», απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της κλιματικής πολιτικής της προηγούμενης περιόδου. Τέταρτον, αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, με το επιχείρημα ότι η μείωση των μεταναστευτικών ροών θα ενίσχυε τους μισθούς και τις ευκαιρίες απασχόλησης των Αμερικανών εργαζομένων. Οι ιδέες αυτές δεν εξέπληξαν κανέναν. Ωστόσο οι προσδοκίες που γέννησαν υπήρξαν πολύμορφες. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές, αν και επιφυλακτικές έναντι της δασμολογικής επιθετικότητας, αρχικά υπέθεσαν ότι η δημοσιονομική επέκταση και η απορρύθμιση θα προσέφεραν μέτρια ώθηση στην ανάπτυξη. Πριν από την ορκωμοσία του κ. Τραμπ, οι περισσότερες προβλέψεις τοποθετούσαν την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ για το 2025 γύρω στο 2,3%-2,4%. Ορισμένοι αναλυτές προέβλεπαν ελαφρά επιτάχυνση, εφόσον η φορολογική σταθερότητα ενίσχυε τις επενδύσεις. Αλλοι ήταν πιο σκεπτικοί. «Ο προστατευτισμός είναι φόρος, και οι φόροι σπάνια είναι αναπτυξιακοί», παρατηρούσε η JPMorgan στα τέλη του 2024. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα, από την πλευρά της, ανέμενε σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προς τον στόχο του 2%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα μεσολαβούσαν ισχυροί πολιτικοί κλυδωνισμοί. Η αγορά εργασίας εισήλθε στο 2025 σε αξιοζήλευτη κατάσταση. Η ανεργία κυμαινόταν πέριξ του 4% και η μισθολογική αύξηση διατηρούσε ικανοποιητικό ρυθμό. Οι αισιόδοξοι εκτιμούσαν ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις θα ενίσχυαν τις επενδύσεις και τις προσλήψεις. Οι απαισιόδοξοι προειδοποιούσαν ότι τα εμπορικά αντίποινα και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες θα έπλητταν τις εξαγωγικές βιομηχανίες. Στο πεδίο του εμπορίου, ο στόχος της κυβέρνησης ήταν σαφής: η συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος και η επανενεργοποίηση κρίσιμων αλυσίδων παραγωγής εντός των αμερικανικών συνόρων.
Στην πράξη, η οικονομία εξελίχθηκε περισσότερο σπασμωδικά παρά σύμφωνα με το πρόγραμμα. Τον Απρίλιο του 2025 ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε τους αποκαλούμενους «Δασμούς της Ημέρας Απελευθέρωσης». Δασμούς ευρείας κλίμακας που επιβλήθηκαν με επίκληση των έκτακτων εξουσιών του προέδρου. Οι αγορές αντέδρασαν νευρικά. Οι εισαγωγείς επέσπευσαν τις εισαγωγές τους για να ενισχύσουν τα αποθέματά τους. Οι εμπορικοί εταίροι προειδοποίησαν για αντίμετρα και σε αρκετές περιπτώσεις τα ενεργοποίησαν (Ε.Ε., Κίνα, Μεξικό, Καναδάς). Ωστόσο, ύστερα από δέκα μήνες, η θεσμική πραγματικότητα των ΗΠΑ έθεσε τα μεγαλύτερα εμπόδια σε αυτή την πολιτική. Στις αρχές του 2026 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση έκτακτων εξουσιών για γενικευμένους δασμούς υπερέβαινε το νομοθετικό πλαίσιο. Η κυβέρνηση Τραμπ αναζητά εναλλακτικές νομικές οδούς, αλλά το πλήγμα είναι καίριο και καθοριστικό. Οπως παρατήρησε σκωπτικά ένας ειδικός στο διεθνές εμπόριο, «η αβεβαιότητα είναι και αυτή ένας δασμός», αλλά αυτή τη φορά πλήττει περισσότερο την Αμερική. Το αποτέλεσμα είναι πλέον μετρήσιμο. Οι αμερικανικές εξαγωγές σε τομείς όπως η γεωργία και ο βιομηχανικός εξοπλισμός μειώθηκαν. Το εμπορικό έλλειμμα, αντί να συρρικνωθεί ουσιωδώς, διευρύνθηκε προς το τέλος του έτους, καθώς οι εισαγωγές παρέμειναν ανθεκτικές και οι εξαγωγές επιβραδύνθηκαν.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, το σημαντικότερο επίτευγμα υπήρξε ο νόμος με τον εύγλωττο τίτλο One Big Beautiful Bill Act, ο οποίος υπεγράφη στις 4 Ιουλίου 2025. Ο νόμος κατέστησε μόνιμες τις φορολογικές περικοπές του 2017, ενίσχυσε τα επιχειρηματικά κίνητρα και αύξησε το ανώτατο όριο του δημόσιου χρέους κατά περίπου 5 τρισ. δολάρια. Επέβαλε αυστηρότερα κριτήρια σε κοινωνικά προγράμματα, ενώ αύξησε τις δαπάνες για άμυνα και ασφάλεια των συνόρων. Οι υποστηρικτές του νόμου μίλησαν για θεσμική σταθερότητα και φιλοεπενδυτικό κλίμα. Οι επικριτές εστίασαν στο διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα και στις αρνητικές επιπτώσεις στη διανεμητική του διάσταση και ιδιαίτερα στην εισοδηματική ανισότητα. Η σταθερότητα, με άλλα λόγια, δεν είναι άνευ κόστους. Η απορρύθμιση στον ενεργειακό τομέα προχώρησε πιο αθόρυβα. Περιβαλλοντικοί κανόνες χαλάρωσαν, διαδικασίες αδειοδότησης επιταχύνθηκαν, εποπτικές αρχές κλήθηκαν να επανεξετάσουν προηγούμενες ρυθμίσεις. Η ενεργειακή παραγωγή αυξήθηκε, ιδίως σε περιοχές σχιστολιθικής εξόρυξης όπου η ρυθμιστική ελάφρυνση συνέπεσε με ευνοϊκές τιμές στη διεθνή αγορά. Ωστόσο η μακροοικονομική επίδραση το 2025 υπήρξε περισσότερο οριακή παρά καταλυτική. Σίγουρα δεν υπάρχει λόγος θριαμβολογίας, όπως ο πρόεδρος επικαλείται.
Η αμερικανική οικονομία διαθέτει ανθεκτικότητα που αμβλύνει τόσο τα σφάλματα όσο και τις επιτυχίες της πολιτικής.
Η ανεργία αυξήθηκε ελαφρώς, προσεγγίζοντας το 4,4% στο τέλος του έτους. Η δημιουργία θέσεων εργασίας συνεχίστηκε, αλλά με βραδύτερο ρυθμό. Κλάδοι ευαίσθητοι στο διεθνές εμπόριο παρουσίασαν μεγαλύτερη μεταβλητότητα. Ο πληθωρισμός, αντιθέτως, αποδείχθηκε ανθεκτικός. Οι βασικοί δείκτες παρέμειναν άνω του στόχου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Οι δασμοί επιβάρυναν τις τιμές εισαγωγών και, μέσω αυτών, το κόστος παραγωγής. «Η εμπορική πολιτική είναι πλέον μέρος της εξίσωσης του πληθωρισμού», παρατηρούσε αξιωματούχος της κεντρικής τράπεζας. Το εμπορικό έλλειμμα, παρά τις διακηρύξεις και προσδοκίες, δεν συρρικνώθηκε ουσιωδώς. Οπως επισημαίνουν αρκετοί αναλυτές, τα διμερή ελλείμματα έχουν πολιτική σημασία, αλλά το συνολικό έλλειμμα αντανακλά μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες εμφανίζονται μέσω υψηλής εσωτερικής ζήτησης και μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις παρέμειναν θετικές, αν και ορισμένοι επενδυτές υιοθέτησαν στάση αναμονής εν μέσω ρυθμιστικής και εμπορικής αβεβαιότητας. Η συνολική επίδοση της οικονομίας υπήρξε μεικτή. Για το σύνολο του 2025, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώθηκε γύρω στο 2,2%, χαμηλότερα από το 2024. Το πρώτο εξάμηνο ευνοήθηκε από ανθεκτική κατανάλωση και συσσώρευση αποθεμάτων, εν μέρει ενόψει των δασμών. Ωστόσο η δυναμική επιβραδύνθηκε στο δεύτερο μισό του έτους, με το τέταρτο τρίμηνο να εμφανίζει αισθητά χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό. Η χρονιά χαρακτηρίστηκε περισσότερο από ήπια επιβράδυνση παρά από θεαματική βελτίωση.
Γιατί, όμως, οι αρχικές προσδοκίες δεν επαληθεύθηκαν; Πρώτον, λόγω θεσμικών περιορισμών που όρθωσαν αναχώματα στην υλοποίηση των πολιτικών Τραμπ, με προεξάρχουσα την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεύτερον, λόγω των εγγενών αντιφάσεων του προστατευτισμού, με αποκλίνουσες –και πολλές φορές αλληλοαναιρούμενες– επιπτώσεις σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας. Τρίτον, λόγω της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας. Τέταρτον, λόγω της νομισματικής πολιτικής, η οποία παρέμεινε περιοριστική για να τιθασεύσει τον πληθωρισμό. Οι προβλέψεις για το 2026 από ανεξάρτητους οργανισμούς είναι συγκρατημένες. Η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κινηθεί λίγο πάνω από το 2%, η ανεργία ενδέχεται να υποχωρήσει οριακά, ενώ ο πληθωρισμός θα πλησιάσει τον στόχο χωρίς να τον υπερβεί σημαντικά. Οι κίνδυνοι εντοπίζονται στο δημοσιονομικό μέτωπο, στις εντάσεις με εμπορικούς εταίρους και στη ρευστότητα και επικινδυνότητα των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η τελευταία παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία εν μέσω της γενικευμένης σύρραξης στη Μέση Ανατολή. Μια σοβαρή διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Αυξημένες αμυντικές δαπάνες θα διεύρυναν περαιτέρω τα ελλείμματα. Σε περιόδους αβεβαιότητας, το δολάριο συχνά ενισχύεται ως ασφαλές καταφύγιο – εξέλιξη που θα δυσχεράνει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών προϊόντων. Οπως σχολίασε χαρακτηριστικά ένας διαχειριστής κεφαλαίων, «οι αγορές μπορούν να τιμολογήσουν έναν δασμό· δυσκολεύονται να τιμολογήσουν έναν πόλεμο».
Ενα χρόνο μετά την εκλογή Τραμπ, ο οικονομικός απολογισμός δεν είναι ούτε θρίαμβος ούτε αποτυχία. Είναι μια υπενθύμιση των ορίων της πολιτικής ισχύος σε μια σύνθετη οικονομία. Η αμερικανική οικονομία διαθέτει ανθεκτικότητα που αμβλύνει τόσο τα σφάλματα όσο και τις επιτυχίες της πολιτικής. Οπως λέγεται συχνά στην Ουάσιγκτον, «η οικονομία είναι αυτή που έχει την ουσιαστική ψήφο». Οι ενδιάμεσες εκλογές τον Νοέμβριο του 2026 μέλλει να το επαληθεύσουν.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

