Αρθρο του Στέφανου Κομνηνού στην «Κ»: Πριν πεινάσεις μαγειρεύεις(;)

Αρθρο του Στέφανου Κομνηνού στην «Κ»: Πριν πεινάσεις μαγειρεύεις(;)

Τις ημέρες που ακολούθησαν το πολύνεκρο δυστύχημα σε βιομηχανία τροφίμων, πολλοί ιδιοκτήτες μεσαίων και μικρότερων επιχειρήσεων αναζήτησαν τεχνικό ασφαλείας για να ελέγξουν τις εγκαταστάσεις τους

4' 49" χρόνος ανάγνωσης

Τις ημέρες που ακολούθησαν το πολύνεκρο δυστύχημα σε βιομηχανία τροφίμων, πολλοί ιδιοκτήτες μεσαίων και μικρότερων επιχειρήσεων αναζήτησαν τεχνικό ασφαλείας για να ελέγξουν τις εγκαταστάσεις τους. Οχι γιατί κάτι είχε αλλάξει στην παραγωγική διαδικασία, ούτε γιατί είχαν εντοπίσει κάποια βλάβη. Αλλά γιατί ένα τραγικό συμβάν, σε μια μονάδα με σύγχρονο εξοπλισμό και πιστοποιήσεις, τους υπενθύμισε ότι «τα ατυχήματα συμβαίνουν». Η αντίδραση αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια το διαχρονικό πρόβλημα της επιχειρηματικής κουλτούρας στην Ελλάδα: η μέριμνα για την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και τη συμμόρφωση δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή, αλλά έκτακτη απάντηση σε μια κρίση. Μαγειρεύουμε όταν πεινάσουμε.

Οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μια σειρά από δομικές αδυναμίες που λειτουργούν ανασταλτικά στην υιοθέτηση συστημάτων πρόληψης και εσωτερικού ελέγχου. Πρώτον, το υψηλό κόστος συμμόρφωσης εκλαμβάνεται ως έξοδο χωρίς ανταποδοτικό όφελος. Δεύτερον, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού καθιστά δύσκολη τη συστηματική παρακολούθηση δεικτών και κανονισμών. Τρίτον, η νοοτροπία του «εγώ ξέρω καλύτερα την επιχείρησή μου» δημιουργεί ένα αδιαπέραστο τείχος απέναντι σε εξωτερικούς συμβούλους.

Το αποτέλεσμα είναι ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης που λειτουργεί αμφίδρομα: από τη μια, οι επιχειρηματίες δεν εμπιστεύονται τους ειδικούς τους οποίους βλέπουν ως ακόμη έναν «ξερόλα» που θα τους υποδείξει τι κάνουν λάθος ή στη χειρότερη θα μάθει τα «μυστικά» της εταιρείας και από την άλλη, οι ειδικοί αδυνατούν να ασκήσουν αποτελεσματικά το έργο τους, περιορισμένοι σε ελάχιστες ώρες παρουσίας και αποσπασματική ενημέρωση. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την υγεία και την ασφάλεια. Επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της εταιρικής διακυβέρνησης, από τη διαχείριση αποβλήτων και την ενεργειακή απόδοση έως την εφοδιαστική αλυσίδα και τη διαφάνεια των αναφορών. Η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων δεν διαθέτει καν καταγεγραμμένες πολιτικές για βασικά ζητήματα, πόσο μάλλον συστήματα παρακολούθησης και ποσοτικοποίησης των επιδόσεών τους.

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αποκαλύπτει το μέγεθος της υστέρησης. Στην Ελλάδα, ακόμη και για βασικές υποχρεώσεις, όπως η εκπαίδευση των εργαζομένων για την αντιμετώπιση πυρκαγιάς ή σεισμού, η διαφορά δεν είναι μόνο νομοθετική ή οικονομική· είναι βαθιά πολιτισμική. Η συμμόρφωση εκλαμβάνεται ως «εφεύρεση» για την απορρόφηση κονδυλίων, ως αγγαρεία και οριακά ως ένδειξη επιχειρηματικής αδυναμίας και όχι ως δείκτης ποιότητας και ετοιμότητας.

Αυτή η παγιωμένη κουλτούρα έρχεται πλέον αντιμέτωπη με ένα ριζικά μεταβαλλόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Υποβολή Εκθέσεων Βιωσιμότητας από Επιχειρήσεις (CSRD) δεν αφορά μόνο τις μεγάλες εισηγμένες. Το νέο καθεστώς εισάγει έννοιες που για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις ακούγονται ως… διαστημικές: διπλή ουσιαστικότητα, ESRS (European Sustainability Reporting Standards), VSME (Voluntary SME standards). Κι όμως, πίσω από την ορολογία αναδεικνύεται η υποχρέωση της επιχείρησης να γνωρίζει, να μετρά και να δημοσιοποιεί τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον και την κοινωνία. Και, κυρίως, να αποδεικνύει ότι διαθέτει πολιτικές για να προλαμβάνει αρνητικές επιπτώσεις – πριν αυτές συμβούν.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη πρόκληση. Μια επιχείρηση που δεν διαθέτει σύστημα καταγραφής των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, που δεν γνωρίζει πόσο νερό ή πόσο υγραέριο καταναλώνει ανά μονάδα προϊόντος, που δεν έχει χαρτογραφήσει τους προμηθευτές της ως προς τη συμμόρφωσή τους με βασικά εργασιακά δικαιώματα, θα βρεθεί σε αδυναμία όχι απλώς να συμμορφωθεί με τον νόμο, αλλά να διατηρήσει πελάτες και χρηματοδότες. Οι τράπεζες, ήδη, ενσωματώνουν κριτήρια ESG στην αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας. Οι μεγάλοι αγοραστές ζητούν αποδείξεις βιωσιμότητας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα με βάση το προφίλ κινδύνου.

Η απάντηση στο ερώτημα «τι πρέπει να κάνω» δεν είναι πλέον ζήτημα καλής θελήσεως, αλλά επιβίωσης. Μια σύγχρονη επιχείρηση, ακόμη και μεσαίου μεγέθους, οφείλει να διαθέτει:

Τεκμηριωμένο σύστημα διαχείρισης κινδύνων. Οχι μια τυπική έκθεση καταχωνιασμένη σε ένα συρτάρι ή έναν ηλεκτρονικό φάκελο, αλλά μια συνεχή διαδικασία εντοπισμού, αξιολόγησης και αντιμετώπισης κινδύνων που αφορούν στο περιβάλλον, στους εργαζομένους, στην εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά στη φήμη της. Η ανάλυση διπλής ουσιαστικότητας, όπως προβλέπεται από τα ESRS, υποχρεώνει την επιχείρηση να εξετάζει τόσο τους κινδύνους που δέχεται από εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. κλιματική αλλαγή, αυξήσεις πρώτων υλών), όσο και τις επιπτώσεις που η ίδια προκαλεί στο περιβάλλον και στην κοινωνία.

Το κενό πρόληψης και εμπιστοσύνης στις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σύστημα συλλογής και διαχείρισης δεδομένων. Χωρίς μέτρηση δεν υπάρχει βελτίωση. Οι επιχειρήσεις καλούνται να υπολογίζουν το αποτύπωμα άνθρακα, την κατανάλωση ενέργειας και ύδατος, την παραγωγή αποβλήτων και το ποσοστό ανακύκλωσης, τη συμμετοχή γυναικών σε διευθυντικές θέσεις, το ποσοστό εργατικών ατυχημάτων. Η συλλογή αυτών των δεδομένων δεν μπορεί να γίνεται πρόχειρα, ούτε να βασίζεται σε μνήμες και εκτιμήσεις. Απαιτεί ψηφιακά εργαλεία, διασυνδεδεμένα με την παραγωγή και τη λογιστική.

Καταγεγραμμένες πολιτικές και κώδικες δεοντολογίας. Η δέσμευση για μηδενικές εκπομπές, για κυκλική οικονομία, για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν αρκεί να διατυπώνεται σε ένα φυλλάδιο μάρκετινγκ. Πρέπει να ενσωματώνεται σε εσωτερικούς κανονισμούς, να κοινοποιείται στους προμηθευτές, να αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης των στελεχών. Για παράδειγμα, μια εταιρεία τροφίμων οφείλει να διαθέτει πολιτική για βιώσιμες συσκευασίες, πολιτική για υπεύθυνη προμήθεια πρώτων υλών (π.χ. κακάο χωρίς αποψίλωση δασών), πολιτική για την προστασία της βιοποικιλότητας.

Μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου και καθορισμένους ρόλους. Η συμμόρφωση δεν είναι υπόθεση ενός υπαλλήλου ή ενός εξωτερικού συνεργάτη. Προϋποθέτει σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, από το διοικητικό συμβούλιο έως τον υπεύθυνο παραγωγής. Οι επιχειρήσεις πρέπει να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο τα όργανα διοίκησης εποπτεύουν τη διαχείριση των θεμάτων βιωσιμότητας. Η σύγχυση ρόλων και η συγκέντρωση αποφάσεων στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, χωρίς διάκριση μεταξύ στρατηγικής και λειτουργικής διαχείρισης, αποτελεί συχνό φαινόμενο στις οικογενειακές επιχειρήσεις.

Συστηματική εκπαίδευση προσωπικού. Η τεχνογνωσία δεν «κληρονομείται»· καλλιεργείται. Η εκπαίδευση σε θέματα υγείας και ασφάλειας, στη χρήση νέων τεχνολογιών, στην περιβαλλοντική συνείδηση, δεν μπορεί να είναι περιστασιακή. Απαιτεί προϋπολογισμό, σχεδιασμό και αξιολόγηση αποτελεσμάτων.

Ο ρόλος των συμβούλων: Από τη δυσπιστία στη συνεργασία

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ο ρόλος των εξωτερικών συμβούλων καθίσταται κομβικός. Ωστόσο η σχέση εμπιστοσύνης δεν οικοδομείται αυτόματα. Οι επιχειρήσεις πρέπει να πάψουν να βλέπουν τους συμβούλους ως «ελεγκτές» ή ως απαραίτητο κακό για την εξασφάλιση μιας πιστοποίησης. Αντίστοιχα, οι σύμβουλοι οφείλουν να επενδύουν στην κατανόηση της επιχειρηματικής πραγματικότητας, στην εξοικείωση με τα ψηφιακά εργαλεία και στην ανάπτυξη εξειδίκευσης ανά κλάδο.

*Ο κ. Στέφανος Κομνηνός είναι σύμβουλος λύσεων, πρώην γ.γ. Εμπορίου.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT