Αρθρο των Ηλία Πεντάζου και Γιώργου Παλαιοδήμου στην «Κ»: Δημοσιονομική πειθαρχία στο Σύνταγμα και Δημοκρατία

Αρθρο των Ηλία Πεντάζου και Γιώργου Παλαιοδήμου στην «Κ»: Δημοσιονομική πειθαρχία στο Σύνταγμα και Δημοκρατία

Στο επίκεντρο της πρόσφατης κυβερνητικής πρωτοβουλίας για την έναρξη διαδικασίας αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων βρίσκεται ένα ζήτημα με ιδιαίτερο πολιτικό και θεσμικό βάρος […]

2' 40" χρόνος ανάγνωσης

Στο επίκεντρο της πρόσφατης κυβερνητικής πρωτοβουλίας για την έναρξη διαδικασίας αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων βρίσκεται ένα ζήτημα με ιδιαίτερο πολιτικό και θεσμικό βάρος: η ενδεχόμενη καθιέρωση στο Σύνταγμα ενός μόνιμου «κανόνα δημοσιονομικής πειθαρχίας».

Η εμπειρία των δημοσιονομικών κρίσεων των τελευταίων δεκαετιών, ιδίως σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα, ενισχύει το επιχείρημα ότι απαιτούνται ισχυρότερες θεσμικές εγγυήσεις για την αποτροπή μελλοντικών εκτροχιασμών. Η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση περιορισμών στο έλλειμμα ή στο δημόσιο χρέος φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως σαφές μήνυμα προς τις αγορές, τους επενδυτές αλλά και τους ίδιους τους πολίτες: ότι το κράτος δεσμεύεται σε μια σταθερή και υπεύθυνη δημοσιονομική πορεία. Οι υποστηρικτές ενός τέτοιου κανόνα εστιάζουν κυρίως στην αξιοπιστία. Ενας ρητός συνταγματικός περιορισμός θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, να μειώσει (ενδεχομένως) το κόστος δανεισμού και να διαμορφώσει ένα πιο ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις. Παράλληλα, περιορίζει τον κίνδυνο βραχυπρόθεσμων, λαϊκιστικών πολιτικών και υπηρετεί την αρχή της διαγενεακής δικαιοσύνης, αποτρέποντας την ανεξέλεγκτη συσσώρευση χρέους που επιβαρύνει τις επόμενες γενιές.

Επιπλέον, η συνταγματική πρόβλεψη μπορεί να λειτουργήσει και ως μηχανισμός αυτοσυγκράτησης του πολιτικού συστήματος. Σε ένα περιβάλλον με ιστορικό επαναλαμβανόμενων ελλειμμάτων, η αυξημένη θεσμική ισχύς του Συντάγματος καθιστά δυσκολότερη την ανατροπή ενός κανόνα και επιβάλλει τη δημοσιονομική πειθαρχία ως σταθερό προσανατολισμό της πολιτείας και όχι ως ευκαιριακή επιλογή.

Ωστόσο και η αντίθετη άποψη εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς. Η οικονομική πολιτική αποτελεί πεδίο κατεξοχήν δημοκρατικής αντιπαράθεσης. Η συνταγματική δέσμευση ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα μιας εκλεγμένης κυβέρνησης να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Σε περιόδους ύφεσης, εθνικών κρίσεων ή κοινωνικών αναταραχών, το κράτος χρειάζεται ευελιξία για να αυξήσει δαπάνες και να στηρίξει την οικονομία. Ενας αυστηρός και άκαμπτος κανόνας θα μπορούσε να καταστεί εμπόδιο σε αναγκαίες «επεκτατικές» παρεμβάσεις.

Παράλληλα, η ενσωμάτωση δημοσιονομικών περιορισμών στο Σύνταγμα ενδέχεται να μετατρέψει πολιτικές διαφωνίες σε νομικές διαμάχες, οδηγώντας σε αυξημένη «εμπλοκή» της δικαιοσύνης στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής. Μια τέτοια εξέλιξη, εκ των πραγμάτων θα περιόριζε τον χώρο της πολιτικής ευθύνης και της κοινοβουλευτικής λογοδοσίας.

Σε περιόδους ύφεσης, κρίσεων ή κοινωνικών αναταραχών, το κράτος χρειάζεται ευελιξία για να αυξήσει τις δαπάνες.

Η χώρα χρειάζεται σταθερότητα για να διασφαλίσει ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Η σταθερότητα προϋποθέτει δημοσιονομική πειθαρχία. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι ποιος και με ποιον τρόπο την εγγυάται. Σε μια δημοκρατία πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα επιλογής και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Συνεπώς, οποιαδήποτε συνταγματική κατοχύρωση οφείλει να συνοδεύεται από ρήτρες ευελιξίας για έκτακτες περιστάσεις. Ο κανόνας πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία, όχι να την περιορίζει.

Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιονομική πειθαρχία ενισχύεται ουσιαστικά όταν αποτελεί προϊόν ευρείας κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Χωρίς διαφανείς διαδικασίες, αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία, ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς και ισχυρή κοινοβουλευτική εποπτεία, ακόμη και ο αυστηρότερος συνταγματικός κανόνας κινδυνεύει να αποδειχθεί κενό γράμμα. Η έμφαση, συνεπώς, θα μπορούσε να δοθεί πρωτίστως στην ενίσχυση των «θεσμών ελέγχου» και όχι απλώς στην τυπική αναβάθμιση ενός αριθμητικού περιορισμού.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η κρατική υπευθυνότητα δεν αποτυπώνεται μόνο στο ύψος του ελλείμματος ή του χρέους, αλλά και στην ποιότητα των δαπανών. Ναι μεν προτιμούμε τα χαμηλά ελλείμματα, αλλά αν είναι εις βάρος της παιδείας, της υγείας ή των αναπτυξιακών επενδύσεων, αυτό μπορεί να υπονομεύσει τη μακροπρόθεσμη προοπτική της χώρας.

*Ο κ. Ηλίας Πεντάζος είναι οικονομολόγος, τ. γ.γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής, ΥΠΟΙΚ.

*Ο κ. Γιώργος Παλαιοδήμος είναι δρ οικονομολόγος, γραμματέας Τομέα Οικονομικών ΠΑΣΟΚ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT