Αντιμέτωπη με ένα από τα σοβαρότερα γεωπολιτικά σοκ των τελευταίων ετών βρίσκεται η παγκόσμια οικονομία, με την αγορά ενέργειας να εισπράττει πρώτη τους κραδασμούς και τις επιπτώσεις από την κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, που μέρα με την ημέρα αυξάνονται ενεργοποιώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλο το φάσμα της οικονομίας.
Τα πάντα θα κριθούν από τη διάρκεια και την έκταση των εχθροπραξιών, με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί την πρώτη εβδομάδα των πολεμικών συγκρούσεων να εντείνει τις ανησυχίες για ασφάλεια εφοδιασμού, τιμές ενέργειας και πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα σε οικονομίες με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, όπως η Ευρώπη. Τις πρώτες επτά ημέρες των εχθροπραξιών η τιμή του πετρελαίου Brent έχει αυξηθεί κατά 20% και κινείται σταθερά πέριξ των 80 δολαρίων το βαρέλι, με τους αναλυτές να προβλέπουν εκτόξευση των τιμών ακόμη και πάνω από τα 120 δολάρια σε περίπτωση μιας παρατεταμένης κρίσης. Η τιμή του φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο TTF εκτινάχθηκε από τα σχεδόν 31 ευρώ/μεγαβατώρα πριν από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν σε πάνω από τα 52 ευρώ την Παρασκευή 6 Μαρτίου, εν μέσω ημερήσιων διακυμάνσεων έντονης μεταβλητότητας τις προηγούμενες ημέρες, που άγγιξαν έως και τα 64 ευρώ/μεγαβατώρα.
Αν και στο επίκεντρο της κρίσης βρέθηκε ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ– η νευραλγική αρτηρία για τον εφοδιασμό της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας μέσω της οποίας διακινείται περίπου το 25% τoυ πετρελαίου και το 20% του LNG–, πολύ μεγαλύτερες ανησυχίες προκαλούν τα χτυπήματα ενεργειακών εγκαταστάσεων χωρών του Κόλπου από τα αντίποινα του Ιράν. Η απόφαση του Κατάρ να σταματήσει κάθε δραστηριότητα στην παραγωγή LNG στερεί από την παγκόσμια αγορά περίπου το 20% των αναγκών της, προκαλώντας μια άνευ προηγουμένου στενότητα τροφοδοσίας κυρίως στην Ασία, που θα επηρεάσει όμως και την Ευρώπη λόγω του ανταγωνισμού για την ανακατεύθυνση φορτίων. Οι δηλώσεις την Παρασκευή του υπουργού Ενέργειας του Κατάρ ότι θα χρειάζονταν «εβδομάδες έως μήνες» για να επιστρέψει η χώρα σε ένα κανονικό κύκλο παραδόσεων, έχει ενισχύσει τις ανησυχίες, ενώ χώρες με υψηλή εξάρτηση από την περιοχή του Κόλπου, όπως η Κίνα, προχώρησαν σε απαγόρευση εξαγωγών προϊόντων διύλισης, σε μια προσπάθεια θωράκισης έναντι παρατεταμένης σύγκρουσης.
Η απόφαση του Κατάρ να σταματήσει κάθε δραστηριότητα στην παραγωγή LNG στερεί από την παγκόσμια αγορά περίπου το 20% των αναγκών της.
Πολλά ως προς την ενίσχυση της προσφοράς στην ενεργειακή αγορά θα κριθούν και από τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να επανεκκινήσει τις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, προσφέροντας ασφάλιση σε δεξαμενόπλοια και συνοδευτικά μέσα από το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ.
Στην Ευρώπη οι εξελίξεις «ξύπνησαν» τον εφιάλτη της ενεργειακής κρίσης του 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την εκτόξευση των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας σε πάνω από 340 ευρώ/μεγαβατώρα. Οι ανησυχίες επικεντρώνονται κυρίως στο θέμα των τιμών, καθώς η Ευρώπη εξέρχεται της χειμερινής περιόδου με αποθέματα ασφαλείας κάτω από τον μέσο όρο των πέντε τελευταίων ετών που θα πρέπει να αναπληρώσει σε υψηλές τιμές. Πρόσθετες ανησυχίες έχουν προκαλέσει οι δηλώσεις Πούτιν για ενδεχόμενη διακοπή των ρωσικών εξαγωγών αερίου νωρίτερα από το φθινόπωρο του 2027 που προβλέπει ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός. Σήμερα η Ρωσία καλύπτει το 13% της ζήτησης αερίου στην Ευρώπη, με άμεσα εξαρτώμενες χώρες την Ουγγαρία, τη Σλοβακία και τη Σερβία, αλλά και την Ελλάδα, η οποία καλύπτει σχεδόν το 40% της ζήτησης από τη Ρωσία, αν και διαθέτει πηγές διαφοροποίησης μέσω του αγωγού TAP και των τερματικών LNG στη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη.
Η αβεβαιότητα εντείνεται, καθώς η Ρωσία ενδέχεται να διακόψει τις εξαγωγές αερίου προς την Ευρώπη νωρίτερα από το φθινόπωρο του 2027.
Οι πιέσεις που δέχονται οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας από την άνοδο της τιμής του φυσικού αερίου έχουν επαναφέρει στο επίκεντρο της συζήτησης στα ευρωπαϊκά όργανα το ζήτημα της αλλαγής του μοντέλου λειτουργίας της αγοράς, που βασίζεται σήμερα στην οριακή τιμή συστήματος. Ολη η ενέργεια δηλαδή, ακόμη και εάν προέρχεται στο μεγαλύτερο μέρος της από ΑΠΕ, να τιμολογείται με την τιμή της τελευταίας μονάδας που μπαίνει στο σύστημα, που είναι κατά βάση φυσικού αερίου.
Οι ηγέτες των κρατών-μελών της Ε.Ε. αναμένεται στη Σύνοδο Κορυφής στις 19 Μαρτίου να ζητήσουν από την Κομισιόν να εξετάσει όλα τα στοιχεία χονδρικών και λιανικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ την Παρασκευή συνεδρίασε εκτάκτως το Κολέγιο Επιτρόπων για να αξιολογήσει την κατάσταση και να εξετάσει μέτρα για την προστασία επιχειρήσεων και νοικοκυριών από το νέο κύμα αυξήσεων.
Η βασική ανησυχία και στην Ελλάδα είναι οι τιμές και όχι ο εφοδιασμός της χώρας σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο, που θεωρείται διασφαλισμένος λόγω αποθεμάτων και διαφοροποίησης πηγών. Το αρμόδιο κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις ώστε να παρέμβει εάν χρειαστεί με μέτρα περιορισμού των επιπτώσεων, αντίστοιχα με αυτά της περιόδου της ενεργειακής κρίσης. Προς το παρόν οι αυξήσεις που έχουν περάσει στην κατανάλωση δεν αξιολογούνται ως ανησυχητικές. Στο στόχαστρο, ωστόσο, των ελεγκτικών αρχών βρίσκονται οι τιμές αντλίας των καυσίμων για την αποτροπή φαινομένων αισχροκέρδειας, με την κυβέρνηση να εξετάζει την επαναφορά του μέτρου επιβολής πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, πυροδοτώντας αντιδράσεις στον κλάδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία των πρατηριούχων, από 27.2 έως και 5.3 οι τιμές διυλιστηρίου αυξήθηκαν στην αμόλυβδη κατά 52 ευρώ/χιλιόλιτρο, στο κίνησης κατά 156 ευρώ/χιλιόλιτρο και στο θέρμανσης 140 ευρώ/χιλιόλιτρο. Αντιστοίχως οι μέσες τιμές στα πρατήρια αυξήθηκαν ανά χιλιόλιτρο στην αμόλυβδη 37 ευρώ, στο κίνησης 92 ευρώ και στο θέρμανσης 104 ευρώ.

