«Πριν από 15 χρόνια, οι τζίροι στις τηλεπικοινωνίες ήταν τεράστιοι. Καμία σχέση με σήμερα». Με έναν τόνο που έκρυβε απογοήτευση αλλά και νοσταλγία, ο επικεφαλής ενός μεγάλου τηλεπικοινωνιακού ομίλου μιλούσε στους δημοσιογράφους, πριν από ένα χρόνο, όταν αποχωρούσε από το τιμόνι. Ηταν φυσικό, σε έναν σύντομο απολογισμό, να αναπολεί τα χρόνια εκείνα, όταν η βιομηχανία των τηλεπικοινωνιών ζούσε τις χρυσές της στιγμές.
Πλέον η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, παλεύει να ξαναβρεί τον βηματισμό του, αναζητώντας τρόπους να ξεφύγει από το αδιέξοδο που μοιάζει να τον κρατά εγκλωβισμένο. Σε αυτή την κατεύθυνση, η πώληση περιουσιακών στοιχείων και οι συγχωνεύσεις, στις οποίες όμως συχνά αντιτίθενται οι ρυθμιστικές αρχές, επανέρχονται επανειλημμένως στο τραπέζι των στρατηγικών επιλογών.
Η πραγματικότητα είναι ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δραστηριοποιούνται τρεις με τέσσερις μεγάλοι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι, οι οποίοι διασταυρώνουν τα ξίφη τους για να διεκδικήσουν μερίδια κυρίως σε «ρηχές» αγορές, σαφώς μικρότερες σε σχέση με αυτές της Αμερικής και της Ασίας.
Ο ανταγωνισμός έχει διττή όψη. Από τη μία ωφελεί την τσέπη των καταναλωτών, πιέζοντας για χαμηλότερες τιμές, από την άλλη μειώνει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών, οι οποίες καλούνται ταυτόχρονα να υλοποιήσουν επενδύσεις υψηλής έντασης κεφαλαίου σε υποδομές αιχμής, όπως δίκτυα πέμπτης γενιάς και εκτεταμένο δίκτυο οπτικών ινών.
Η χώρα μας δεν αποτελεί εξαίρεση από αυτό το σκηνικό. Ο έντονος ανταγωνισμός και ο πόλεμος τιμών, που κατά καιρούς ξεσπούσε ανάμεσα στους μεγάλους παίκτες, έφερε απτά αποτελέσματα. Μέχρι το 2019, η ομιλία και η χρήση του Ιντερνετ στο κινητό γινόταν με σχεδόν «στρατιωτική» πειθαρχία. Κάθε λεπτό και κάθε megabyte μετρούσε. Οι δυσάρεστες εμπειρίες από τους «φουσκωμένους» λογαριασμούς, μετά μια μικρή υπέρβαση των διαθέσιμων λεπτών ή GB, παραμένουν χαραγμένες στη μνήμη αρκετών καταναλωτών.
Δεν ήταν τυχαίο καθώς το Ιντερνετ στο κινητό κόστιζε πραγματικά ακριβά. Το 2019 οι Ελληνες πλήρωναν κυριολεκτικά χρυσό το κάθε GB, με τη χώρα να κατέχει τον τίτλο της ακριβότερης αγοράς κινητών δεδομένων στην Ευρώπη. Ενώ όσον αφορά την ομιλία, παρέμενε ανάμεσα στις ακριβότερες, αρκετά μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από τότε, όμως, τα πακέτα έγιναν πιο γενναιόδωρα και οι τιμές πιο φιλικές, προς όφελος των συνδρομητών.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες είδαν τα έσοδά τους να μειώνονται. Για να συνεχίσουν στον δρόμο της ανάπτυξης, στράφηκαν σε παρεμφερείς δραστηριότητες, οι οποίες όμως δεν έρχονται χωρίς το κόστος σημαντικών επενδύσεων. Η συνδρομητική τηλεόραση και τα έργα πληροφορικής (ICT), μεταξύ άλλων, μπήκαν στη μάχη, αρχικά με δισταγμό, αλλά πλέον αποτελούν ισότιμα μέλη στον πυρήνα της δραστηριότητας, ενισχύοντας τον αγώνα για επέκταση και κερδοφορία. Ειδικότερα, ο ΟΤΕ υπήρξε από τους πρώτους που είδε την ευκαιρία στον τομέα του ICT, έχοντας οικοδομήσει μια πολυετή εμπειρία και παρουσία αρκετό καιρό πριν έρθει, το 2022, η ευνοϊκή συγκυρία των κονδυλίων για ψηφιοποίηση από το Ταμείο Ανάκαμψης. Στο τρένο των έργων για τον ψηφιακό μετασχηματισμό επιβιβάστηκε και η Nova, δημιουργώντας μια ξεχωριστή εταιρεία, τη Nova ICT, ενώ με κάποια απόσταση ακολούθησε η Vodafone.
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια το νέο πεδίο ανταγωνισμού μετατοπίστηκε στο κομμάτι της οπτικής ίνας μέχρι το σπίτι. Ωστόσο, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό, η ανάπτυξη των υποδομών αυτών απαιτεί τεράστια κεφάλαια, χρονοβόρες και περίπλοκες κατασκευαστικές εργασίες, ενώ αντιμετωπίζει μέχρι στιγμής χλιαρή ανταπόκριση από τους καταναλωτές, οι οποίοι δεν βιάζονται να περάσουν από τον χαλκό στην οπτική ίνα, μια μετάβαση που τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αποκτήσει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει η αίσθηση ότι επικρατεί κάποια επιβράδυνση στην υλοποίηση ορισμένων επενδυτικών προγραμμάτων.
Ξεκάθαρο προβάδισμα διαθέτει ο ΟΤΕ, ο οποίος παραμένει προσηλωμένος στο σχέδιό του, με το δίκτυό του να λειτουργεί υποστηρικτικά και για τους υπόλοιπους παρόχους. Είναι ενδεικτικό ότι, το 2025, το 47% των συνδρομητών οπτικής ίνας των ανταγωνιστών του βασίστηκε στις υποδομές του ομίλου, κάτι στο οποίο συνέβαλαν και οι συμφωνίες εκπτώσεων όγκου που έχουν συναφθεί στη χονδρική αγορά το τελευταίο διάστημα. Τέλος, η πρόσφατη είσοδος της ΔΕΗ σε αυτό το κομμάτι με την ανάπτυξη του δικού της δικτύου, αν και επί του παρόντος εμφανίζει περιορισμένο αποτύπωμα, εντούτοις παρακολουθείται στενά καθώς δεν αποκλείεται να φέρει νέες ισορροπίες στο μέλλον.
Πολλοί, αλλά μικροί «παίκτες» στην Ευρώπη
Η ευρωπαϊκή αγορά τηλεπικοινωνιών παραμένει υπερβολικά κατακερματισμένη, με περίπου 40 μεγάλες εταιρείες να ανταγωνίζονται σε μικρές εθνικές αγορές. Η βιομηχανία επιχειρεί εδώ και χρόνια να πείσει τις Βρυξέλλες να χαλαρώσουν τους κανόνες συγχωνεύσεων, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη μεγέθους περιορίζει τις επενδύσεις σε τεχνολογία και υποδομές, όπως δίκτυα 5G και οπτικές ίνες. Η έκθεση του Μάριο Ντράγκι αναγνώρισε ότι οι μεγαλύτερες εταιρείες έχουν περισσότερες δυνατότητες να δημιουργήσουν επιτυχημένες ευρωπαϊκές ιστορίες. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραμένει διστακτική, εστιάζοντας στην προστασία των καταναλωτών και στην ενιαία αγορά. Η νέα οδηγία για τα δίκτυα δεν ικανοποίησε πλήρως τις απαιτήσεις της βιομηχανίας, και οι συζητήσεις για αλλαγή των κανόνων συγχωνεύσεων συνεχίζονται. Παρά τις διακυμάνσεις, οι ευρωπαϊκές εταιρείες παραμένουν στην πλειονότητά τους κερδοφόρες, αλλά οι ελπίδες τους για μεγάλα μέτρα συγκέντρωσης με στόχο επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα φαίνονται πλέον περιορισμένες.
Ο τηλεπικοινωνιακός κλάδος επιχειρεί εδώ και χρόνια να πείσει τις Βρυξέλλες να χαλαρώσουν τους κανόνες συγχωνεύσεων, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη μεγέθους περιορίζει τις επενδύσεις σε τεχνολογία και υποδομές.
Σταθερή κερδοφορία για ΟΤΕ, ζημίες για Vodafone και Nova
Το τελευταίο διάστημα, οι λέξεις «μετασχηματισμός» και «περιστολή κόστους» ακούγονται ολοένα και πιο δυνατά στη βιομηχανία των τηλεπικοινωνιών. Συνήθως συνοδεύονται από περικοπές θέσεων εργασίας και κατάργηση ρόλων. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που εφαρμόζει αυτήν την περίοδο η Vodafone Ελλάδας.

Αν και δεν έχει προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των εργαζομένων που θα επηρεαστούν, πηγές της εταιρείας κάνουν λόγο για κατάργηση 100-150 θέσεων, αντιπροσωπεύοντας μονοψήφιο ποσοστό επί του συνολικού προσωπικού. Από την πλευρά του, το Σωματείο Εργαζομένων Vodafone – 360 Connect κάνει λόγο για εθελούσιες εξόδους αλλά και δεκάδες απολύσεις, μιλώντας για «ξήλωμα ολόκληρων τμημάτων».
Η ελληνική θυγατρική του βρετανικού ομίλου πορεύεται τα τελευταία χρόνια σε ασταθές οικονομικό έδαφος. Παρότι το 2024 κατάφερε να αυξήσει τα έσοδά της στο 1 δισ. ευρώ, από 942,6 εκατ. ευρώ το 2023, δεν βγήκε από τη ζώνη των ζημιών. Οι απώλειες διαμορφώθηκαν στα 16 εκατ. ευρώ, επαναλαμβάνοντας την επίδοση της προηγούμενης χρονιάς, όπου επίσης είχε ζημίες 16 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα των τελευταίων ετών αποτυπώνει έντονες διακυμάνσεις. Το 2022 οι ζημίες είχαν περιοριστεί στα 4,8 εκατ. ευρώ, ενώ το 2021 είχαν εκτιναχθεί στα 20 εκατ. ευρώ. Αντιθέτως, την περίοδο 2018-2020 η εταιρεία βρισκόταν σε τροχιά κερδοφορίας και πιο συγκεκριμένα 32,4 εκατ. ευρώ το 2018, 26 εκατ. ευρώ το 2019 και 41,8 εκατ. ευρώ το 2020.
Σε περικοπές 100-150 θέσεων εργασίας προχωράει η Vodafone Ελλάδας.
Το πέρασμα από τα κέρδη στις επαναλαμβανόμενες ζημίες καταδεικνύει τη μεταβατική περίοδο στην οποία βρίσκεται η εταιρεία και την προσπάθεια να βρει εκ νέου τον προσανατολισμό της. Θυμίζουμε ότι από το 2024 ξεκίνησαν να αλλάζουν σταδιακά όλα τα πρόσωπα που μέχρι πρότινος συγκροτούσαν τη διοικητική ομάδα, με αποκορύφωμα την αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία με την έλευση του Αχιλλέα Κανάρη στη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου. Κατά τους πρώτες μήνες της θητείας του κλήθηκε να απαντήσει στις φήμες ότι «ήρθε με απώτερο στόχο να προχωρήσει στην πώληση της Vodafone Ελλάδας», με τον ίδιο να τις διαψεύδει κατηγορηματικά, λέγοντας ότι αποστολή του είναι να τη μετασχηματίσει, οδηγώντας τη στην επόμενη μέρα.
Υπό πίεση είναι τα οικονομικά αποτελέσματα της Nova, η οποία πριν από τρία χρόνια επέλεξε να κινηθεί επιθετικά στην αγορά λανσάροντας ιδιαίτερα ανταγωνιστικά πακέτα και ανεβάζοντας τον πήχυ του εμπορικού ανταγωνισμού.
Η στρατηγική αυτή ενίσχυσε τον κύκλο εργασιών, αλλά η ανάπτυξη δεν μεταφράστηκε σε κερδοφορία. Το 2024 τα έσοδα αυξήθηκαν στα 881,5 εκατ. ευρώ, από 819,3 εκατ. ευρώ το 2023. Ωστόσο, οι ζημίες διευρύνθηκαν στα 47 εκατ. ευρώ, έναντι 45,4 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Το 2022 οι απώλειες είχαν φθάσει στα 124,45 εκατ. ευρώ, ενώ το 2021 διαμορφώθηκαν στα 49,4 εκατ. ευρώ. Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και η προκάτοχός της Wind Hellas, η οποία στις τελευταίες χρήσεις πριν από την εξαγορά κατέγραφε επίσης ζημιογόνα αποτελέσματα.
Θυμίζουμε ότι πριν από περίπου δύο χρόνια ο βασικός μέτοχος του ομίλου United Group, στον οποίο ανήκει η Nova, το επενδυτικό κεφάλαιο BC Partners του Νίκου Σταθόπουλου, είχε εκκινήσει διαδικασία πώλησης της εταιρείας, η οποία στη συνέχεια «πάγωσε». Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, το σενάριο επανήλθε, με πληροφορίες να θέλουν το πωλητήριο να έχει επιστρέψει στο τραπέζι.
Στον αντίποδα, ο ΟΤΕ έχει αφήσει στο μακρινό παρελθόν τις δύσκολες μέρες των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Καταγράφει σταθερά ανάπτυξη και κερδοφορία, η οποία το 2025 έφθασε στα 627,9 εκατ. ευρώ. Κατά καιρούς εφαρμόζει προγράμματα εθελουσίας εξόδου, με το τελευταίο να χρονολογείται πριν από περίπου τρία χρόνια.

